Κοινοποιησεις
Μισώ πλέον, πιο εύκολα τους ανθρώπους.
Μετά απ’ τα πολλά χρόνια που τους αγάπησα – αδίκως -.
Παίζω μαζί τους στο μυαλό μου.
Τους καίω τη σάρκα με πυρακτωμένο σίδερο.
Τους φτιάχνω θηλιές να ακουμπούν το λαιμό τους.
Κι αυτός να σπάει.
Το πιο όμορφο “κρακ” που άκουσα στη ζωή μου,
είναι από λαιμό που σπάει.
Κι ο δικός μου, ο πιο όμορφος θάνατος.
Μόνο που λυπήθηκα για τη μάνα μου, κι έτσι τον ματαίωσα.
Έχω φίλους που φοβούνται για ‘μένα και μου τηλεφωνούν αργά.
– “Τι έχεις;”
– “Τίποτα ρε. Κάτι δικά μου”.
Κάποτε τα ξεχνώ όλα.
Σα τους ανθρώπους.
Είναι γραφτό να ξεχνούν και να ξεχνιούνται οι άνθρωποι.
Να μισούν και να μισιούνται οι άνθρωποι.
Φορείς μεταδιδόμενων ασθενειών οι άντρες με τη στολή.
Άκρως επιβλαβείς για την υγεία.
 
Μισώ πια.
Λιγότερο αγαπώ.
Και παίρνω όρκο πως δε θα ξανά ερωτευτώ.
Γιατί όταν υπάρχει φωτιά, δεν αγαπάς.
Δεν αρμόζει ν’ αγαπάς.
Όταν υπάρχει φωτιά, πρέπει να τρέξεις πάνω της και να παλέψεις.