Κοινοποιησεις

Και τώρα είμαι εδώ, στις παραλίες της Βρετάνης.
Αφήστε τις πόλεις να ανάψουν τις λάμπες τους τη νύχτα.
Η ημέρα μου έσβησε· εγκαταλείπω την Ευρώπη.
Ο θαλασσινός αγέρας θα καυτηριάσει τους πνεύμονες μου·
τα τροπικά κλίματα θα μαυρίσουν τη σάρκα μου.
Να κολυμπήσω, να λιώσω το χορτάρι, να κυνηγήσω,
μα πιότερο να καπνίσω· να πιω οινοπνεύματα δυνατά
σα σίδερο λιωμένο, όπως αυτά που συνήθιζαν να πίνουν οι
αγαπημένοι μου πρόγονοι γύρω από φωτιές αναμμένες.

Θα επιστρέψω με σιδερένια μέλη, με μαυρισμένη σάρκα
και μάτια λυσσασμένα. Και στη θέα ετούτη, ως δυνατής γενεάς
θα τους φανώ. Χρυσάφι θα κατέχω: Βάναυσος και νωθρός θα είμαι.
Γυναίκες προστρέχουν τέτοιας λογής  σακάτηδες αγροίκους που γυρνούν
από κλίματα αναμμένα. Θα αναμειχθώ με τα κοινά. Σώθηκα.

Τώρα είμαι καταραμένος. Απεχθάνομαι την πατρίδα μου.
Το καλύτερο για μένα είναι ένας μεθυσμένος ύπνος,
φυτεμένος σε κάποια ακρογιαλιά, μόνο αυτό αξίζει.

Μα κανείς δε φεύγει – Ας ξαναπιάσουμε εξ’ αρχής τους δρόμους μας
– φορτωμένους με ανηθικότητα, μ’  ανηθικότητα που έθρεψε τις ρίζες
του μαρτυρίου μου, από της λογικής την εποχή- στον ουρανό ανεβαίνει,
χτυπώντας με, εκσφενδονίζοντας και σέρνοντας με.

Η τελική αθωότητα, η τελική δειλία. Καθώς έχει λεχθεί.
Ας μη διασπείρω στον κόσμο την απέχθεια και τις προδοσίες μου.

Εμπρός! Η πορεία, τα φορτία, η ερημιά, πλήξη και οργή.

Σε ποιόν να πουληθώ; Ποια κτήνη να λατρέψω;
Ποιες ιερές εικόνες να καταστρέψει κάποιος; Ποιες καρδιές θα ραγίσω;
Ποιο ψέμα να κρατήσω – σε ποιο αίμα να πατήσω;

Καλύτερα να προφυλαχθώ απ’ τη δικαιοσύνη – η σκληρή ζωή,
απλά κτηνώδης- Ν’ ανασηκώσω, με μια στεγνή γροθιά, το σκέπαστρο
του φέρετρου, να ξαπλώσω μέσα, ασφυκτιώντας.
Έτσι μήτε γηρατειά, μήτε κίνδυνοι: ο τρόμος δεν είναι Γάλλος

Α! Τόσο πολύ προλόγισα, που προσφέρω ανώφελα αυτό,
που ένα θείο είδωλο το ωθεί στην τελειότητα.

Ω, Αυταπάρνηση μου, θαυμαστή φιλευσπλαχνία μου, ανιδιοτελή μου αγάπη!
Ακόμα εδώ κάτω, για όλα αυτά.

Εκ Βαθέων, Κύριε, (De profundis, Domine) Τι αρχίδι που είμαι!

Μικρό παιδί ήμουν ακόμη, που θαύμασα τη σκληρή καταδίκη αυτών,
που η πόρτα της φυλακής θα τους κρατήσει ισόβια δεσμώτες.
Επισκέφθηκα πανδοχεία και δωμάτια νοικιασμένα, από την παρουσία του, καθαγιασμένα. Αντίκρισα με το βλέμμα του τον γαλανό ουρανό και τον
οργασμό των ανθών μες στα λιβάδια. Στους δρόμους των πόλεων
ακολούθησα το μοιραίο του άρωμα. Κι ήταν δυνατότερος από Άγιο,
πιο διαισθητικός από στρατοκόπο – και αυτός, αυτός μόνο!
ήταν μάρτυρας της δόξης και του σκοπού.

Σε άδειους δρόμους, τις χειμωνιάτικες νύχτες, άστεγος, παγωμένος
και πεινασμένος, μια φωνή έσφιξε την παγωμένη μου καρδιά:
«Αδυναμία ή Δύναμη: Υπάρχεις, τούτο είναι δύναμη.
Δεν γνωρίζεις κατά που ή γιατί πορεύεσαι, προς πάσα κατεύθυνση
να πορευθείς, απάντησε σε καθένα. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν
θα σε βλάψει πιότερο, απ’ ότι σα νάσουν  πτώμα».
Το πρωί η ματιά μου ήταν τόσο απλανής και το πρόσωπο μου
έμοιαζε τόσο άδειο, που κι αυτούς που καταπρόσωπο συναπάντησα,
ίσως μήτε να  μ’ αντιλήφθηκαν.