Κοινοποιησεις

Ξυπνάω νωρίς, ακόμη είναι νύχτα έξω.
Όση ώρα πλένω το πρόσωπό μου κι ετοιμάζομαι, η καφετιέρα ακούγεται να ετοιμάζει το ναρκωτικό μου.
Πίνω δυο-τρεις γουλιές, φεύγω…

Μοναστηρίου, Εγνατία, φορτώνουν εμπόρευμα κάτι Κινέζοι, είμαι κοντά, φτάνω ΕΟΠΠΥ.
Ο μάϊ γκαντ.
Τι κόσμος είναι αυτός κι είναι ακόμη 8.30 το πρωί.

-Από πού παίρνουμε αριθμό προτεραιότητας;

-Εκεί στα ταμεία…

Παίρνω αριθμό, πουθενά δε κάθεσαι, πού να καθίσεις και γιατί να καθίσεις, πού να τη βρείς την ηρεμία να καθίσεις;
Δεν υπάρχει κανείς να ρωτήσεις κάτι αν χρειαστείς, μια πληροφορία, με βλέπει μια κοπέλα που κοιτάζω στα χαμένα..

-Χρειάζεσαι βοήθεια;

-Προσπαθώ να καταλάβω από τα τοιχοκολλημένα σημειώματα αν έχω φέρει όλα τα δικαιολογητικά μαζί μου…

Τι νόημα έχει;
Κανείς δε ξέρει, ο ένας προσπαθεί να διαβάσει τα χείλη του άλλου ή ν’ ακούσει συνομιλία με άλλον συνταλαίπωρο, μπας και βγάλει άκρη.
Κάθομαι σε μια γωνία, ούτε στο κινητό δεν έχω διάθεση να χαζέψω.
Παντού συνταξιούχοι, με τσαντούλες φαρμακείου, με διπλωμένες τις φωτοτυπίες.
Άλλες φορές κουβαλάνε παραπάνω από όσες χρειαστούν, άλλες φορές για ένα και μόνο χαρτί που δεν ήξεραν αν πρέπει να φέρουν, δε τελειώνει η δουλειά τους.
Κουρασμένοι, ταλαιπωρημένοι, προσβεβλημένοι από την κατάντια μας.
Παραδίπλα ένας 40ρης, με μουτζούρες στα ρούχα του, περιμένει τη σειρά του.
Ελάχιστος χρόνος αναμονής 45 λεπτά.
Χτυπάει το κινητό του, μιλάει σπαστά ελληνικά, το κλείνει μουρμουρίζοντας.
Με πλησιάζει:

-Μήπως έχεις ένα στυλό να γράψω τα στοιχεία μου στην υπεύθυνη δήλωση;
Δε βρίσκω εδώ..
Κι αν μπορείς, γράψτα μου εσύ σε παρακαλώ, είναι δύσκολο για μένα και φοβάμαι μη κάνω λάθος.

Δύο παιδιά για λογοθεραπεία, φέρνει τα δικαιολογητικά για να πάρει πίσω τα λεφτά του από τον ΕΟΠΠΥ.

Ακούγονται κλάμματα στην πόρτα.
Μια γυναίκα σέρνει το 5χρονο αγοράκι της προς τα μέσα «μπορεί κάποιος να μου δώσει τη σειρά του, γιατί δεν ησυχάζει ο μικρός»;
Κι εκεί που είμαστε όλοι αποχαυνωμένοι, σιωπηλοί, με χαμηλωμένο, παθητικό βλέμμα, εκεί που επικρατεί τόση δυνατή σιωπή σα νεκρική σιγή, εκεί που την ησυχία τη σπάνε μόνο οι έντονοι διάλογοι μεταξύ υπαλλήλων-ασφαλισμένων, όταν οι δεύτεροι κάνουν ερωτήσεις, επειδή δεν έχουν καταλάβει ποια επιπλέον δικαιολογητικά να φέρουν μαζί τους την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να’ ρθουν, ή ρωτάνε κρυφά -από τους υπόλοιπους που περιμένουν ήδη- κάτι, για να μην περιμένουν άδικα τόση ώρα, ακούγεται ένα δυνατό «Όχι, να περιμένεις τη σειρά σου κι εμείς από το πρωί είμαστε εδώ κι εμείς έχουμε δουλειές»…

Δε με θυμώνει το δυνατό «όχι» προς τη γυναίκα με το παιδί, όσο το ότι είναι μαζικό. Γινόμαστε μια κακή γροθιά σε τέτοιους χώρους, σαν να χάνουμε το φιλότιμό μας προς τη μάνα που δεν έχει πού ν αφήσει το παιδί και το σέρνει στις υπηρεσίες, τον εργαζόμενο που θα υποστεί το βρισίδι του αφεντικού του, επειδή άργησε στη δουλειά κι ένας Θεός ξέρει αν κατάφερε να ξεμπερδέψει σε μια μέρα.

Ήρθες δέκα λεπτά πιο μετά από μένα;
Είσαι 10 αριθμούς πιο πάνω από μένα… είσαι ένας αριθμός… καμμία διευκόλυνση, καμμία παραχώρηση του ταλαιπωρημένου προς τον επίσης ταλαιπωρημένο συμπολίτη του, καμμία κατανόηση του υπαλλήλου προς τον πολίτη, καμμία δικαιολογία του πολίτη προς τον υπάλληλο, που κι αυτός εργαζόμενος είναι, εκτελεί τα καθήκοντά του, κάποιος προσέχει τα παιδιά του όση ώρα εξυπηρετεί εμένα κι εσένα…

Πού να βγάλεις άκρη αδερφέ μου;
Πώς να πάμε παρακάτω;

Αναβοσβήνει το 139, ήρθε η σειρά μου…

Ανθή Πάνου