Άρης Βελουχιώτης | Ο ιστορικός λόγος του στη Λαμία στις 22 Οκτώβρη του 1944

22 Οκτώβρη 1944

Κοινοποιησεις

Άρης Βελουχιώτης
Ο ιστορικός λόγος του στη Λαμία στις 22 Οκτώβρη του 1944
.

Στις 19 Οκτωβρίου απελευθερώνεται η Λαμία. Δυνάμεις του ΕΛΑΣ,
αντιπροσωπεία της ΠΕΕΑ και του ΕΑΜ, καταφτάνουν στην πόλη.
.

“Αδέλφια, Έλληνες και Ελληνίδες της Λαμίας και της περιοχής της!

Από μέρους του Γενικού Στρατηγείου του Ε.Λ.Α.Σ,
σας φέρω τους πιο θερμούς χαιρετισμούς.

Όπως βλέπετε, πρόκειται «να βγάλω λόγο».
Μα ο λόγος μου αυτός δεν θα μοιάζει καθόλου με
τους λόγους που γνωρίσατε μέχρι σήμερα.
Δεν πρόκειται να σας υποσχεθώ ούτε πως θα
σας φτιάξω γεφύρια ή ποτάμια, όπως σας υποσχόντουσαν
πως θα σας φέρουν οι παλιοί κομματάρχες.
Ούτε και θα σας τάξω λαγούς με πετραχήλια.
Δεν επιδιώκω ν’ αποσπάσω επαίνους για τη ρητορική μου δεινότητα.
Επιδιώκω απλώς ν’ ακούσετε αυτά που θα σας πω.
Προσέξτε. Θ’ αρχίσω σαν τα παραμύθια:

Η εποχή της σκλαβιάς

Κάποτε η γωνιά αυτή της γης που πατάμε και λέγεται
Ελλάδα ήτανε δοξασμένη κι ευτυχισμένη κι είχε ένα πολιτισμό,
όπου επί 2 1/2 χιλιάδες χρόνια συνεχίζει να παραμένει
και να θαυμάζεται απ’ όλο τον κόσμο.
Κανένας σοφός η άσοφος δεν μπορεί μέχρι σήμερα
να γράψει ούτε μια λέξη, αν δεν αναφερθεί
στα έργα που άφησαν οι δημιουργοί αυτού του πολιτισμού,
που λέγεται αρχαίος ελληνικός πολιτισμός.

Κάποτε, λοιπόν, η χώρα μας ήτανε δοξασμένη,
μα αργότερα την υποδούλωσαν κι έχασε την παλιά της
αυτή δόξα.
Μα ύστερα από κάμποσα χρόνια η χώρα μας
σηκώθηκε στο πόδι κι ύστερα από σκληρούς αγώνες
ενάντια στη σκλαβιά, πάλι λευτερώθηκε.

Στην εποχή της σκλαβιάς πέρασε σκληρά,
μαύρα χρόνια και πολλοί «έξυπνοι», ανάμεσα στους
οποίους και κάποιος Φαλμεράγιερ, ισχυρίστηκαν πως η ελληνική φυλή
έσβησε κι ότι αυτή διασταυρώθηκε μ’ άλλες φυλές,
που δεν έχουν τίποτα το κοινό με την αρχαία ελληνική φυλή.

Μα ότι κι αν πούνε, αυτό δεν έχει καμία αξία.
Την ελληνικότητα μας την αποδείξαμε.
Γεγονός είναι ότι η χώρα μας ξεσηκώθηκε και
ξαναγένηκε πάλι λεύτερη.

Αυτό κανείς δεν το ήθελε.
Ούτε οι ξένοι βασιλιάδες, ούτε οι ντόπιοι κοτζαμπάσηδες.
Οι ξένοι δεν το θέλανε, γιατί φοβισμένοι από τη γαλλική επανάσταση,
χτυπούσαν όλες τις εξεγέρσεις και δημιούργησαν γι’ αυτό μεταξύ
τους την Ιερή Συμμαχία.
Οι ντόπιοι κοτζαμπάσηδες γιατί τα είχανε καλά με τους Τούρκους
και ξεζουμίζανε το λαό.[..]”

Η φλόγα της λευτεριάς

Τίποτα δεν ήτανε ικανό να συγκρατήσει τη φλόγα
για τη λευτεριά, που έκαιγε μέσα στις καρδιές
του λαού μας.
Έτσι, στα 1821, ύστερα από κόπους και θυσίες
και χάρη στον ενθουσιασμό και τη φλόγα του Παπαφλέσσα,
που χρησιμοποίησε όλα τα μέσα, ακόμα και την ψευτιά,
κηρύσσοντας την εξέγερση, ξεσηκώθηκε πρώτος ο Μοριάς.
Από δω, από το Μοριά, άρχισε η επανάσταση του 1821.

Στο άκουσμα της εξέγερσης όλοι οι ισχυροί της γης,
ξένοι και ντόπιοι, τρόμαξαν.
Οι κοτζαμπάσηδες, όμως, βλέποντας ότι δεν τους ήτανε
δυνατό να συγκρατήσουν το λαό και φοβούμενοι την οργή του,
αναγκάστηκαν να κόψουν τη συνεργασία τους με τους
καταχτητές και για να ευνουχίσουν το λαϊκό απελευθερωτικό κίνημα,
πήρανε όλοι μέρος στην επανάσταση κι έτσι αυτή
πήρε χαραχτήρα πανεθνικό.

Οι τρανοί της γης τρόμαξαν και, χρησιμοποιώντας
όλα τα τερτίπια, προσπάθησαν να πνίξουν την επανάσταση.
Μα γελάστηκαν.
Επί 7 ολόκληρα χρόνια πάλεψαν οι προπάτορες μας,
παρά το γεγονός ότι η ελληνική αντίδραση,
δυο φορές, το 1823 και 1825, οργάνωσε τον
εμφύλιο πόλεμο για να σπάσει ακριβώς τους αγώνες αυτούς.
Έτσι οι πρόγονοι μας ανάγκασαν όλους τους εχθρούς μας να
γλύψουν εκεί που έφτυσαν και ν’ αναγνωρίσουν τους αγώνες μας
και την ανεξαρτησία μας.

Κανείς δεν πίστευε προηγούμενα σ’ αυτό το θαύμα,
που συντελέστηκε από τις ίδιες τις δυνάμεις και
τα μέσα του λαού.
Άλλοι περίμεναν να τους έλθει η λευτεριά από τη Ρωσία
κι άλλοι από τη μεγαλοψυχία των βασιλιάδων της Ευρώπης.
Μα η επανάσταση απόδειξε, ότι αυτή μόνη της
χάρισε τη λευτεριά της πατρίδας μας.
Τα παραμύθια του φιλελληνισμού, χάρη στον οποίο αποκτήσαμε
δήθεν τη λευτεριά μας, εφευρέθηκαν μόνο και μόνο
για να γίνει πιστευτό, ότι η πατρίδα μας λευτερώθηκε,
όχι από τις ίδιες της τις δυνάμεις, μα από τους ξένους.
Υπήρξαν βέβαια φιλέλληνες, που αγωνίστηκαν,
πολέμησαν κι έχυσαν το αίμα τους για τη λευτεριά της
πατρίδας μας.
Τιμή και δόξα σ’ αυτούς κι αιώνια ας είναι η ευγνωμοσύνη
του έθνους.
Μα αυτοί υπήρξαν μεμονωμένα άτομα μονάχα.
Η θεωρία του οργανωμένου φιλελληνισμού είναι καθαρό παραμύθι.

Με την επικράτηση της επανάστασης αμέσως οι δικοί μας
κοτζαμπάσηδες επιβλήθηκαν πάνω στη χώρα μας.
Η αντίδραση, ντόπια και ξένη, για να ευνουχίσει το
λαϊκό χαραχτήρα του κινήματος και να επιβάλει νέα σκλαβιά,
χρησιμοποίησε όλα τα μέσα.
Και στο τέλος το πέτυχε.
Η αρχή έγινε κολλώντας στο σβέρκο της πατρίδας μας αυτόν
που σας είπα πρωτύτερα:

Τον Καποδίστρια. Ο Γιάννης Καποδίστριας από την ανασύσταση του ελληνικού κράτους άρχισε την καταστροφή της χώρας μας,
κι ένας άλλος Γιάννης, ο Μεταξάς, έβαλε σ’ αυτήν
το καπάκι.

Απάτη και ρεμούλα

Ο λαός νόμιζε, ότι μια που πέτυχε πια η επανάσταση,
θα επακολουθούσαν τα χρόνια της ευτυχίας του,
ότι όλη η ανθρωπότητα θάτανε στο πλευρό της χώρας μας
και πως η χώρα μας, για μια ακόμα φορά,
θα βρισκότανε σε θέση να ξαναπάρει, όπως και παλιότερα,
ολόκληρη την ανθρωπότητα από το χέρι και να
της δείξει καινούργιους δρόμους πολιτισμού και προόδου.
Μα στη θέση αυτών η ντόπια και ξένη αντίδραση επιβλήθηκαν
και φέρανε τον Καποδίστρια, τη Βαυαρική δυναστεία
με τον Όθωνα.

Χρόνια και χρόνια απάτης και ρεμούλας μας κράτησαν μακριά από
την ευτυχία και τον πολιτισμό και μας ρίξανε μέσα
στην εξαθλίωση, την πείνα, την κακομοιριά και τη δυστυχία.
Έτσι η Ελλάδα που υπήρξε κάποτε η πηγή των φώτων
και του πολιτισμού, κατάντησε να βρίσκεται στο πιο
χαμηλό επίπεδο οικονομικής, κοινωνικής και εκπολιτιστικής ανάπτυξης,
όχι μόνο έναντι των λαών της Ευρώπης, αλλά και
των Βαλκανίων.

Η προδοσία του αλβανικού έπους

Η ουσία αυτού βρίσκεται στο γεγονός, ότι αντίδραση
σκεφτόταν μόνο πώς να εκμεταλλευτεί, να βασανίσει,
και να ξεζουμίσει το λαό, οργανώνοντας κινήματα κάθε
τόσο και καλλιεργώντας τις φαγωμάρες, προπαγανδίζοντας και πείθοντας
το λαό ότι είναι απαραίτητο να ζει φτωχός και κακομοιριασμένος.

Χαρακτηριστικό είναι ότι πιάνοντας μια λέξη του Κολοκοτρώνη,
που ονόμασε κάποτε τη χώρα μας Ψωροκώσταινα,
κατάφερε να πείσει το λαό ότι το ελληνικό κράτος
δε μπορεί να ορθοποδήσει μόνο του κι ότι θα έπρεπε
να μας κυβερνήσουν οι ξένοι, ονομάζοντας γι αυτό και τα
πολιτικά κόμματα ρωσικά, αγγλικά και γαλλικά.
Σ’ αυτό το σημείο μας φέρανε οι κορυφές που διοικούσαν
τον τόπο μας. Κάποτε φτάσαμε και στη δημοκρατία.
Μα αυτό έμοιαζε με την παροιμία που έλεγε ο λαός:
Άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς.

Μυρίστηκαν οι έξυπνοι ψητό από τη μοναρχία και βρίσκοντας ότι
«έφταιγε» η δημοκρατία για τη δυστυχία του λαού,
ξαναφέρανε το βασιλιά.
Και τότε άρχισαν πιο ξετσίπωτα ακόμα να ξεζουμίζουν και να
καταπιέζουν το λαό.
Και για να μπορούν να πνίγουν τις κραυγές του,
βάλανε στο κεφάλι μας το Μεταξά, που ήτανε πάντα πράχτορας
του ΙΙ γραφείου του γερμανικού επιτελείου,
από τον καιρό που σπούδαζε στη στρατιωτική σχολή της Γερμανίας.

Έτσι, ύστερα από 120 χρόνια, ξαναπέσαμε πάλι στη σκλαβιά,
γιατί έτσι κακά μας κυβερνήσανε στο διάστημα αυτό.

Σ’ αυτή την κατάσταση βρεθήκαμε, όταν ξέσπασε η πολεμική λαίλαπα
και η σύγκρουση μεταξύ των κολοσσών.
Μα κανένας απ’ αυτούς δε σκέφτηκε ελληνικά και να δει
πώς θα ξέφευγε η χώρα μας τη λαίλαπα αυτή.
Με την επίγνωση ότι η χώρα μας θα τραβούσε στην
καταστροφή μπήκανε στον πόλεμο.

Έχουμε ντοκουμέντα στα χέρια μας, πού μας αποδείχνουν,
ότι οι άνθρωποι αυτοί είχανε σκοπό να ρίξουνε
μόνο τρεις τουφεκιές στο Αλβανικό μέτωπο κι ύστερα να μας
παραδώσουν στους φασίστες.
Υπάρχουν ντοκουμέντα που μας πείθουν ότι το Νοέμβρη προς
το Δεκέμβρη του 1940 μπορούσαμε να πετάξουμε τους
Ιταλούς στη θάλασσα.
Μα αυτοί συγκρατούσαν το στρατό μέχρι που να λύσει το
στρατιωτικό της πρόβλημα, η Γερμανία στην Ευρώπη κι ύστερα
να δικαιολογηθούν ότι δε μπορούσαν να τα βγάλουν
πέρα με δυο κολοσσούς.
Δεν πίστευαν στις δόξες του στρατού μας, στο θάρρος,
στην τόλμη, στην αυταπάρνηση και τον ηρωισμό του,
που πολεμούσε με φλόγα ενάντια στο φασισμό,
νηστικός και ξυπόλυτος πάνω στα βουνό της Αλβανίας
με τη βοήθεια όλου του ελληνικού λάου.
Αυτοί δεν πίστευαν σ’ αυτά και περιμένανε πως θα καμφθεί.
Γι’ αυτό το έπος της Αλβανίας είναι ολοκληρωτικά έργο του λαού.
Είναι έργο του λαού που το πραγματοποίησε με
το μένος που είχε ενάντια στο φασισμό και το ζυγό
του Μεταξά, με θυσίες και ηρωισμούς.

Έτσι, μας ξαναδέσανε στη σκλαβιά.

Μα ο λαός μας δεν ήτανε σε θέση να συνεχίσει
το έργο του αυτό.
Όσο φλογερά κι αν ήτανε τα στήθη του,
η φλόγα αυτή δεν θα άντεχε στα σιδερόφρακτα
μεγαθήρια των φασιστών, μια που είχε μέσα του
και την προδοσία των ηγετών του.
Έτσι αναγκάστηκε να υποκύψει, μα όχι σαν ηττημένος.
Γιατί αυτή η συνθηκολόγηση που έκαναν,
υπογράφηκε πριν ακόμα πολεμήσει ο στρατός μας.
Αυτή δεν ήτανε ήττα του λαού μας, μα ήττα και
χρεοκοπία των καθεστώτων που μεσολάβησαν από το 1821-1941.
Γι αυτό κι ο λαός μας τιμωρεί σήμερα την ήττα
αυτή και θα την τιμωρήσει αργότερα πιο σκληρά ακόμα.

Έτσι ήλθαν οι Γερμανοί στον τόπο μας και
μας σκλαβώσανε.
Μα για μας, για το λαό μας, καμιά κηλίδα δε
θα μπορούσε να προσαφθεί, ότι εγκαταλείψαμε τα εδάφη μας.
Αυτή θα κολλούσε, όταν δεν ξεσηκωνόμαστε.

Τι μπορούσαμε να περιμένουμε απ’ αυτούς που φορούσαν
τα κλακ και τα μπακαλιαράκια;
Τι μπορούσαν να μας πούνε αυτοί;
Το μόνο που βρίσκανε να μας λένε ήτανε:

Ησυχία, παιδιά, και τάξη. Κάναμε κυβέρνηση, ησυχάστε.
Αυτό όμως θέλανε κι οι Γερμανοί. [..]”

.

(Απόσπασμα από την ομιλία του αρχικαπετάνιου Άρη Βελουχιώτη)