Κοινοποιησεις

 

 

 

Κλείδωσα την πόρτα του μπάνιου και κόλλησα το πρόσωπό μου μπρος στον καθρέφτη που βρισκόταν πάνω από τον νιπτήρα. Με κοίταξα για μερικά δευτερόλεπτα κι όταν πια δεν μπορούσα να πάρω ανάσα ξέσπασα σε λυγμούς. Έκλαψα σιωπηλά με όλη μου την δύναμη. Για εκείνον. Για εμένα. Μα πιο πολύ για εκείνον που με είχε απορρίψει. Αισθάνθηκα ανάκατη την αγάπη με την θλίψη, την στοργή, το μίσος. Έτσι ένοιωσα εκείνη τη στιγμή. Έτσι έκλαψα για το χέρι του που σκούπισε τα χείλη του όταν πήγα να τον φιλήσω, για το κινητό του που του χάριζε χαμόγελα, ακόμα και για το ξύλο που του έσβησε τις σπίθες του. Έκλαψα όσο δεν είχα κλάψει για τις αρρώστιες που είχα περάσει και φοβήθηκα πιο πολύ κι από τον θάνατο. Φοβήθηκα τις μέρες που θα περνούσα χωρίς εκείνον εάν με εγκατέλειπε, την ζωή μου που έφτανε σιγά σιγά στη δύση της και που ξαφνικά το συνειδητοποίησα μέσα σε εκείνα τα δέκα λεπτά που τα μάτια μου είχαν γίνει κατακόκκινα και πρησμένα από το κλάμα, που ο λαιμός μου πνιγόταν από τους κόμπους, που ανάθεμά τους δεν απαλύνονταν με καμία δύναμη.

Κατάπια δυο υπνοσεντόν και μετά τα έκρυψα καλά σε μια κρυψώνα που είχα βρει εδώ και πολλά χρόνια και που κανείς δεν γνώριζε την ύπαρξή της, ούτε φυσικά τα ψυχοφάρμακα που μου χορηγούσε ο γιατρός όλα αυτά τα χρόνια. Αμέσως ο λαιμός μου ηρέμησε και ο κόμπος εξαφανίστηκε, τα δάκρυα σταμάτησαν και το γνωστό πλέον μούδιασμα του κορμιού με κατεύθυνε προς το κρεβάτι μου όπου ξάπλωσα ανάσκελα κι έμεινα σαν νεκρή. Τα βλέφαρα βάρυναν και ιδέα δεν είχα τι θα μου συνέβαινε αφού πριν είχα πιει ένα ποτήρι κρασί, την ώρα που καθόμουν στο τζάκι και πριν βρω τη δύναμη να τον φιλήσω στο στόμα. Μα πάλι δεν με ένοιαξε. Δεν ήμουν σε θέση να σκεφτώ τίποτα και έγειρα το κεφάλι μου αριστερά στο πλάι παραδομένη στον ύπνο.

Ένας εκκωφαντικός θόρυβος με ξύπνησε μα μου ήταν αδύνατον να κουνηθώ από τη θέση μου. Πρόσεξα μόνο πως επικρατούσε σκοτάδι. Έτσι όπως ήμουν ζαλισμένη από τα χάπια, δεν ήξερα αν είχα πεθάνει κι αν όλο αυτό το σκοτάδι ήταν ο θάνατος που με είχε καλωσορίσει ή αν απλά ήταν νύχτα. Έσυρα αργά το χέρι μου προς την μεριά που κοιμόταν ο άντρας μου και το μόνο που έπιασα ήταν το γυμνό σεντόνι. Ήταν κρύο και δρόσισε την καυτή μου παλάμη. Τότε πραγματικά φοβήθηκα πως ήμουν νεκρή και σκέφτηκα τα παιδιά μου που τα είχα εγκαταλείψει με αυτόν το αποτρόπαιο τρόπο. Τότε άκουσα ξανά τον εκκωφαντικό θόρυβο και σκέφτηκα πως στον άλλο κόσμο δεν υπάρχει φασαρία παρά μόνο σιωπή.
.
(Από το βιβλίο: “Οργισμένες μέρες” (νουβέλα) που έρχεται
μέσα στον Σεπτέμβριο από τις Εκδόσεις Βακχικόν | Κεφάλαιο 8, σελ. 32)