Κοινοποιησεις

Ήρθε ο καιρός να εκθειάσουμε τη μοναξιά των σπασμένων ποτηριών
της σερβιτόρας.

Να μάθει ο κόσμος ότι στα τελεμένα χεροπόδαρά της ανθεί
μπόλικη ποίηση.

Ναι, αν μετρούσαν τα βήματα στο οχτάωρο
θα έφτανε στα σίγουρα Ιθάκη.

Θα θέλγονταν ο Όμηρος από τα βάσανά της
και θα την έφτιαχνε να σερβίρει καϊπιρίνια στο νησί της Καλυψώς,
Σάββατο βράδυ.

Στα βήματα της σερβιτόρας στο οχτάωρο,
είναι τεχνική ποινή να συγκεντρώνει τις σκέψεις της
στο λευκό χαρτί με τα χέρια.

Ίσως, η ποίηση να ξεκίνησε από εκείνα τα μονότονα δεκάλεπτα
που δεν έχει κόσμο κι εσύ σημειώνεις τις σκέψεις
που σου κατακάθισαν στο νου,
τότε που έτρεχες σαν παλαβή στον γαμημένο όχλο
που τρέχει να καθίσει στο τραπέζι, που δεν πρόλαβες να καθαρίσεις.

Κι ύστερα η αφή και το βετέξ.

Πρώτα η αφή και το βετέξ.

Ίσως η πρώτη αφορμή σημείωσης να επετεύχθη,
όταν καθάρισε με πόνο και στοργή δαχτυλικά αποτυπώματα
αποθνησκόντων για ν’ ακουμπήσει τώρα ο καινούριος πελάτης.

Ξεπάστρεμα. Βιασύνη.
Πάλι αρχή.

Μα τι τους έχει φταίξει η αφή κι ορμάνε στροβιλιστικά πολύ
να την εξαφανίσουν;

Δε ξέρω αν τελικά γεννήθηκαν για να τη ξεπαστρεύουν
ή για να σημειώνουν στα χαρτιά τους πόσο λυπήθηκαν
που την καθάρισαν.

Μετά, απότοκο της άτακτης αφής,
η φυγή.

Το βάζουνε στα πόδια.

Στα βήματα της σερβιτόρας στο οχτάωρο,
είναι τεχνική ποινή να συγκεντρώνει τις σκέψεις της
στο λευκό χαρτί με τα χέρια.

Αφού ξεκόλλησε η βρωμιά της πρώτης,
τρέχουν αλαφιασμένες να εξυπηρετήσουν το καινούριο τραπέζι.

[ βλέπεις πώς παρεμβάλλεται στροβιλιστικά κι εδώ,
μια αφή στο αλαφιάζω;
και κοίταξε πόσο ύπουλα μηχανορραφικά,
θα κάνω το δάχτυλό σου να ματώσει ]

Η μοναξιά σπασμένων ποτηριών παραπατάει στη μοναξιά του σχοινοβάτη
και χάνει το δίσκο.

Το καϊμάκι του ελληνικού, η υψηλή στάθμη της μπίρας,
το άβολο ποτήρι του κρασιού που γέρνει από αριστερά,
ό,τι μετέφερες, μεγάλωνες, κι ευχόσουν να τελεσφορήσει,
διατάραξε τώρα την κοινή ανησυχία του μαγαζιού
κι ένας κρύος ιδρώτας από τρεκλίστικες ιαχές γυαλιών σε κόβουν.

Ολόκληρη η αντανάκλαση των ανθρωπίνων σχέσεων,
στο οχτάωρο της.

Μόνο, καμμιά φορά, όταν σ’ αφή/νουν φιλοδώρημα
κοιτώντας σε ευθεία στα μάτια, χαίρεσαι
που ξεφυτρώνει κάπου κάπου το ουσιαστικό
κι έτσι τους επαναλαμβάνεις κεκεδίστικα ‘’ευχαριστώ’’,
χαρούμενη που ο χειμώνας δεν εκρίζωσε την ουσία.

Προηγούμενο άρθροΛες να άργησαν;
Επόμενο άρθροΑμαντέους (1984) | Amadeus
ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΚΑΤΣΑΔΟΥΡΗ
σαρκοφάγα ενεργητικοπαθητική προδιάθεση για αρπαχτές με λέξεις. χωρίς αγκαλιά. ανιάτως πάσχουσα από χρόνιο σεξισμό για την πάρτι τους. εντοσθιώνω ψαχουλευτικά ανθρωπάρια, παπάρια, στιγμές, στυγνές, ψαχουδουλεύοντας χωρίς τακτ οισοφάγους και στομάχια. μεγάλωσα σε χωριό. πιστεύω στο μάτην