Κοινοποιησεις

 

Σ’ ευχαριστώ ψηλό βουνό, που μες στην αγκαλιά σου
με δέχτηκες φιλόξενα σα στοργικός πατέρας.
Τι να την κάνω τη ζωή κάτω στο σκλάβο κάμπο;
Πικρό στο στόμα το ψωμί και τιο νερό φαρμάκι,
μαυροντυμένα τα δεντρά και το τραγιούδι κλάμα.

Σ’ ευχαριστώ ψηλό βουνό, που μούδωσες ελπίδα.
Οι στάνες σου με θρέψανε, τα δέντρα σου, τα χόρτα.
Με δρόσισαν τα ρυάκια σου, με σκέπασε η σπηλιά σου.
Περήφανα τα ελάτια σου, χαρίζουν τη δροσιά τους
στ’ αγρίμια, στα τελούμενα και τους καταδιωγμένους.
Χίλιες φορές χιλιόχρονο δεν ένιωσες ποτές σου
την καταφρόνια του ραγιά, δε λύγισες το γόνα.
Θέλω να ζήσω λεύτερος, αδέρφι με τ’ αγρίμια.

Δώσε βουνό στο σώμα μου τη λεβεντιά του ελάτου,
κι άκακη σαν τα πρόβατα που βόσκουν στις πλαγιές σου
κάν’ την ψυχή μου, να μπορεί να κυβερνάει το μίσος
που η αδικιά το θέριεψε, και δώσε στην καρδιά μου
του καταρράχτη την ορμή, της πυρκαγιάς τη φλόγα,
του ντουφεκιού μου τη βροντή κάν’ την αστροπελέκι,
για να λουφάξει ο τύραννος και να ξυπνήσει ο σκλάβος.

Λεύτερα σεις αγρίμια μου τα δόντια σας τροχίστε
και σεις πυκνά χιονόδεντρα σφίξετε τα κλαδιά σας
να μην πατήσει ο τύραννος το λεύτερό σας χώμα.
Κι όταν θε νάρθει η Ανοιξη και λυώσουνε τα χιόνια
και θα φυσήξει δροσερό της λευτεριάς τ’ αγέρι
αητέ μου δος μου τα φτερά κι ελάφι μου τα πόδια
και ρεματιά μου την ορμή για να χυθώ στον κάμπο
να δώσω βόλι στο φονιά και λευτεριά στο σκλάβο.