Κοινοποιησεις
Και τι σημαίνει αυθεντικός τρελός;
Είναι ο άνθρωπος που προτίμησε να γίνει τρελός, με την
έννοια που η κοινωνία δίνει στον τρελό, απ’ το να
παραβεί μια κάποια ανώτερη ιδέα της ανθρώπινης τιμής.
Μ’ αυτό τον τρόπο, η κοινωνία καταχώνιασε μέσα στ’ άσυλά της,
όλους όσους ήθελε να ξεφορτωθεί ή απ’ όσους ήθελε να φυλαχθεί,
επειδή αρνήθηκαν να γίνουν συνένοχοί της σε μερικές “υψηλές” αισχρότητες.
Γιατί ο τρελός είναι κι αυτός ένας άνθρωπος που η κοινωνία
δε θέλησε ν’ ακούσει και που τον εμπόδισε να διατυπώσει αβάσταχτες αλήθειες.
Σ’ αυτή την περίπτωση, όμως, ο εγκλεισμός στο φρενοκομείο δεν
αποτελεί το μοναδικό όπλο της κοινωνίας, το οργανωμένο σύνολο των
ανθρώπων έχει κι άλλα μέσα για να εξοντώσει και να
συντρίψει την ανθρώπινη θέληση.
Πέρα απ’ τα κοινά μάγια, που ξέρουμε απ’ τις μάγισσες
της υπαίθρου, υπάρχουν και οι μεγάλες μαζικές σαγηνεύσεις στις οποίες
συμμετέχουν κατά καιρούς όλα τα συνειδητοποιημένα κεφάλια.
Στην περίπτωση ενός πολέμου, επανάστασης, εκκολαπτόμενης κοινωνικής αναστάτωσης,
η συλλογική συνείδηση ερωτάται και αναρωτιέται, διατυπώνοντας έτσι τις απόψεις της.
Η συλλογική συνείδηση μπορεί ακόμη να αναμοχλευθεί και να εξωτερικευθεί
στην περίπτωση μερικών χαρακτηριστικών περιπτώσεων ατόμων.
Κάπως έτσι δημιουργήθηκαν οι συλλογικές λατρείες για τον Μποντλέρ, τον
Έντγκαρ Πόε, τον Ζεράρ ντε Νερβάλ, τον Νίτσε, τον Κίρκεγκαρντ,
τον Χέλντερλιν, τον Κόουλριτζ,
όπως και για τον Βαν Γκογκ.
Τέτοιο πράγμα μπορεί να συμβεί την ημέρα, αλλά κατά κανόνα
συμβαίνει τη νύχτα.
Κάπως έτσι, παράξενες δυνάμεις ανασηκώθηκαν και οδηγήθηκαν, πέρα
απ’ την ανθρώπινη ανάσα, στον αστρικό θόλο, αυτό το είδος
σκοτεινού τρούλου, που αποτελεί η φαρμακερή επιθετικότητα της
κακιάς ψυχής των περισσοτέρων ανθρώπων.
Και κάπως έτσι, οι μερικές σπάνιες, διαυγείς και καλές προθέσεις,
που χρειάστηκε ν’ αγωνιστούν στη γη, βρίσκονται να είναι,
ορισμένες ώρες της μέρας ή της νύχτας, μέσα σε μια
κατάσταση πραγματικού και αντιληπτού εφιάλτη, ζωσμένες από μια
τρομερή απομύζηση, μια τρομερά πλοκαμιαστή καταδυνάστευση ενός είδους
αστικής μαγείας, που θα τη δούμε σύντομα να εμφανίζεται στα,
χωρίς ενδοιασμούς, ήθη και έθιμα.
Απέναντι σ’ αυτή τη συλλογική κακοήθεια, που απ’ τη μια μεριά
έχει το σεξ και απ’ την άλλη, άλλωστε, την εκκλησιαστική λειτουργία
ή άλλες τέτοιες ψυχικής φύσης ιεροτελεστίες, ως βάση ή στήριγμα,
δεν υπάρχει αυτή η υστερία να περιπλανιέσαι το βράδυ μ’ ένα καπέλο,
που έχει δώδεκα κεριά, ψάχνοντας να ζωγραφίσεις κάποιο υποψήφιο τοπίο,
γιατί τι θα ‘κανε στο κάτω-κάτω ο καημένος ο Βαν Γκογκ
για να βλέπει, όπως παρατήρησε πολύ σωστά τις προάλλες ο φίλος μας,
ο ηθοποιός Ροζέ Μπλεν.
Όσο για το φαγωμένο χέρι, είναι απλός και καθαρός ηρωισμός,
όσο για το κομμένο αυτί, είναι κάτι που βγαίνει απ’ την άμεση
λογική
και το επαναλαμβάνω,
ένας κόσμος που μέρα-νύχτα τρώει όλο και περισσότερο αυτά
που δεν τρώγονται,
για να φέρει εις πέρας την κακιά
του πρόθεση, δεν έχει παρά να το βουλώσει.
 
(Βαν Γκογκ, ο αυτόχειρας της κοινωνίας | Εκδόσεις: Αιγόκερος |
2001 | Μετάφραση: Δέσποινα Ψάλλη)