Κοινοποιησεις
Έκλεισε τα μάτια. Πήρε μια βαθιά ανάσα
και άρχισε να μετρά αντίστροφα

«Δέκα, εννιά, οχτώ, εφτά, έξι, πέντε, τέσσερα , τρία, δύο, ένα…»

Ο συρμός πλησίαζε.
Έπρεπε να το κάνει τώρα,
έπρεπε να πηδήξει στις γραμμές του ηλεκτρικού!
Όμως δίστασε, δείλιασε όπως κάθε φορά.
Οι πόρτες άνοιξαν και ακολουθώντας το παράδειγμα των συνεπιβατών του,
στριμώχτηκε μαζί τους, περιμένοντας υπομονετικά
τον σταθμό του προορισμού του.

Δεκαπέντε λεπτά αργότερα οι πόρτες άνοιξαν.
Βαριεστημένα έψαξε την έξοδο
που τον εξυπηρετούσε.
Μια πολύ όμορφή ξανθιά κοπέλα τον προσπέρασε ποτίζοντας
τα ρουθούνια του με το άρωμα της.
Την ακολούθησε χαζεύοντας τον κώλο της.

Κολλημένος πίσω της,
ανέβηκαν μαζί σχεδόν τις κυλιόμενες σκάλες.

Εσώρουχο δε διαγραφόταν κάτω από το κολλητό λευκό παντελόνι της,
γεγονός που του χάρισε την πρωινή του σηκωμάρα.
Στη διασταύρωση των φαναριών,
η γνωριμία τους έληξε άδοξα, μιας
και η ξανθιά ύπαρξις διάλεξε διαφορετική από εκείνον κατεύθυνση.

Η σηκωμάρα του τον εγκατέλειψε λίγα λεπτά αργότερα.
Περνώντας την κάρτα του στο μηχάνημα,
ελευθέρωσε την μπάρα μπροστά του,
εξασφαλίζοντας την είσοδο στο χώρο εργασίας του.
Χαιρέτησε με το αριστερό του χέρι τον φύλακα- security του κτιρίου.
Δεν τον συμπαθούσε καθόλου.
«Γαμημένοι φασίστες!» Βρίσκονταν παντού πια.
Αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας του,
σαν τον χοντροκέφαλο μπάσταρδο
που κορδωνόταν ότι είναι ο υπεύθυνος ασφαλείας του κτιρίου.

Επέλεγε να μην προκαλεί στη δουλειά του,
να περνά απαρατήρητος όσο γίνεται γι’ αυτό
και κάθε πρωί-έστω και απρόθυμα – τον χαιρετούσε.
Στάθηκε μπροστά στο ασανσέρ,
πατώντας δίχως όρεξη το «κομβίον»
όπως έγραφε το μήνυμα της διευθύνσεως στο εσωτερικό του ανελκυστήρα.

«Καλημέρα, κύριε Νικολάου, πως είστε;»
ρώτησε με προσποιητή ευγένεια και
ενδιαφέρον τον προϊστάμενο του.
«Καλά», απάντησε ξερά εκείνος,
σκουπίζοντας τα γυαλιά του στο πουκάμισο του.
Πήρε τα ακουστικά του και έσυρε το κουρασμένο του σαρκίο
στο γραφείο 24.
«Στο 24, στο 24» ακουγόταν η ηχώ της φωνής του Νικολάου.
Έλαβε θέση μάχης
λοιπόν, όπως άκουγε συνεχώς στα σεμινάρια εργασιακής συμπεριφοράς,
που
διοργάνωνε ανά τακτά χρονικά διαστήματα η εταιρεία,
προκειμένου να κρατά τους
εργαζομένους της σε εγρήγορση.
Πληκτρολόγησε τους προσωπικούς του κωδικούς
και έκανε log-in στο εσωτερικό δίκτυο.
Δίπλα του πέρασε η Σοφία. Κοντοστάθηκε
και ψιθύρισε στο αυτί του:
«Ούτε σήμερα, χέστη!»
«One of these days…» πρόλαβε να πει
πριν της χαρίσει μια ωραιότατη πόζα από το κωλοδάχτυλο του.
Η Σοφία του χαμογέλασε και εκείνος έπιασε δουλειά μιλώντας
στην γραμμή με τον αριθμό 80564.
«Καλησπέρα, ο κύριος Ευαγγελίδης;
Τηλεφωνώ για να σας ενημερώσω για τις ανεξόφλητες δόσεις
του δανείου σας.
Έχετε καθυστερήσει έξι ολόκληρους μήνες, κύριε Ευαγγελίδη…
Αδιαφορώ.
Πραγματικά αδιαφορώ.
Ο χρόνος μου είναι πολύτιμος και δεν επιτρέπω
στον εαυτό μου να τον σπαταλώ
για να ακούω τις γελοίες δικαιολογίες σας
για την καθυστέρηση των πληρωμών,
που οφείλατε να έχετε εκπληρώσει.
Δεν θα βρισκόμουν ποτέ στη θέση σας, κύριε Ευαγγελίδη,
διότι εγώ είμαι συνεπής προς όλες τις οικονομικές μου υποχρεώσεις.

Μπορείτε ελεύθερα να δείτε μέσω του αριθμού της κοινωνικής μου ασφάλισης,
ο οποίος είναι “ΑΕ180886346748”,
πως αποτελώ υπόδειγμα εργαζομένου και φορολογούμενου,
γι’ αυτό και θα σας παρακαλούσα να μην με συγκρίνετε μαζί σας.
Στη θέση σας θα ντρεπόμουν να κοιτάξω στα μάτια τον μικρό Κωνσταντίνο
και τη μικρή Μαρία, θα ντρεπόμουν διότι θα έπρεπε να τους πω,
πως είμαι ένας ανίκανος που δεν μπόρεσε να σταθεί αντάξιος
των προσδοκιών τους και είμαι αποκλειστικά υπεύθυνος,
που θα χάσουμε το σπίτι μας.

Λυπάμαι.

Πραγματικά λυπάμαι,
αυτή είναι η τελευταία σας προειδοποίηση.
Το δάνειο σας μόλις χαρακτηρίστηκε κόκκινο».
Το επιδοκιμαστικό χτύπημα στην πλάτη από τον κύριο Νικολάου
τον έκανε να σιχαθεί περισσότερο τον εαυτό του.

 «Πολύ ωραία, πολύ ωραία», επαναλάμβανε
με τα χέρια του σταυρωμένα

πίσω από τη μέση.

Τρεισήμισι ώρες αργότερα απολάμβανε το τσιγάρο του
στο προκαθορισμένο του διάλειμμα.
Μια από τις ελάχιστες απολαύσεις που του είχαν μείνει.
Αυτή και οι βόλτες στα δισκάδικα.
Μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού,
όσα έχουν μείνει ανοιχτά πια.

«Σοφάκι, που λες, τις προάλλες κατέβηκα στο κέντρο
και έκανα την καθιερωμένη μου στάση στο «Λωτό»
και βρήκα την αυθεντική έκδοση του δεύτερου

δίσκου του Walter Trout σε βινύλιο.
Πατέρας των λευκών hard rockin blues!Αν

ακούσεις, θα σου πέσει το σαγόνι.

«Έλεος με τα μπλουζ, ρε συ.
Μιλάμε για μια μουσική πεθαμένη,
με καμία αλλαγή και καμία εξέλιξη τα τελευταία 2.345 χρόνια».

«Άντε γαμήσου, Σοφάκι, που θα μας πεις
και για τις μπλουζιές μας.
Όσο υπάρχουν αισθηματίες θα βγαίνουν μπλουζ δίσκοι
και καταραμένοι μουσικοί θα ρίχνουν διαολεμένες πενιές,
γιατί ο διάολος δεν αγόρασε τις ψυχές τους!
Αρκεί να συνεχίσουν να υπάρχουν αισθηματίες».

«Νομίζω πως κάθε φορά που πετάς ένα από τα τσιτάτα σου
υγραίνομαι τόσο,
που θα σε πήδαγα εδώ μπροστά σε όλους.
Θα δίναμε έτσι μια αφορμή στους κομπλεξικούς ανοργασμικούς
και αγάμητους που βρίσκονται ανάμεσα μας,
να καυλώσουν λιγάκι».

Η Σοφία ήταν παλιά ιστορία.
Με «ολίγη από αμαρτία», όπως όλες οι ενδιαφέρουσες ιστορίες.
Μικροκαμωμένη με μαύρα μακριά μαλλιά και ένα άγριο βλέμμα
που σε μαγνήτιζε.
Αθυρόστομη, ανυπάκουη,
αντιδραστική μύριζε υγεία, καύλα και επανάσταση,
όπως της είχε πει ένα βράδυ εκείνος.
Η Σοφία χαμογέλασε και δάγκωσε ελαφρά τα χείλη της
λίγο πριν παίξει με τις γλώσσες τους.
Τα ρούχα τους δεν αποτέλεσαν εμπόδιο,
ως συνηθίζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Μείνανε γυμνοί και κατασπάραξαν ο ένας τον άλλον,
χύνοντας σαν να μην υπάρχει αύριο.

Πάει καιρός από τότε, μα και οι δύο θυμούνται
εκείνο το ευλογημένο μαγιάτικο βράδυ,
πριν ο χρόνος καταστρέψει τα πάντα,
πριν η πεζή πραγματικότητα καταστείλει τις ζωές τους.
Η ιστορία τους είχε άδοξο τέλος όπως όλες οι ενδιαφέρουσες ιστορίες.
Η Σοφία έμεινε με τον αρραβωνιαστικό της,
και εκείνος με την ανάμνηση της βραδιάς που μοιραστήκανε.
Ποιο από τα δύο να ήταν χειρότερο άραγε;
Δεν σταμάτησαν να μιλούν ωστόσο.
Κομπλεξισμοί δεν χρειάζονταν μεταξύ τους,
αντίθετα τα καταναγκαστικά διαλείμματα στη δουλειά,
ήταν πιο υποφερτά με την παρουσία του ενός και του άλλου.

Εκεί λοιπόν, εκτός από τις μουσικές τους ανησυχίες,
έβριζαν στα κρυφά τα φασιστοειδή που τους περιέβαλλαν
και σχεδίαζαν τις αυτοκτονίες τους,
έτσι ώστε όταν θα ερχόταν εκείνη η αποφράς μέρα,
όλη η εταιρία να συζητά για αυτούς
που είχαν το σθένος να τους χαρίσουν μια ζωή,
που δε γούσταραν πια.
Η Σοφία θα τίναζε τα μυαλά της στον αέρα στην είσοδο της εταιρίας,
ενώ εκείνος θα έπεφτε στις γραμμές του ηλεκτρικού.
Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει καιρό τώρα:
«One of these Days…» λέγανε.

Με το βλέμμα κατεβασμένο συνέχιζαν να καπνίζουν,
να βρίζουν τους φασίστες κρυφά στα καταναγκαστικά τους διαλείμματα
από τη δουλειά, να εκφοβίζουν καταναλωτές
που δεν ήταν εντάξει στις οικονομικές τους υποχρεώσεις,
να δέχονται επιδοκιμαστικά χτυπήματα
από τον κύριο Νικολάου στην πλάτη,
να ακούνε δίσκους μιας άλλης εποχής,
να μένουν απαθείς και να αναπνέουν με ένα γαμημένο κόμπο στο λαιμό.

Έκλεισε τα μάτια. Πήρε μια βαθιά ανάσα
και άρχισε να μετρά αντίστροφα

«Δέκα, εννιά, οχτώ, εφτά, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα…»
Ο συρμός πλησίαζε.
Έπρεπε να το κάνει τώρα, έπρεπε να πηδήξει στις
γραμμές του ηλεκτρικού!
Όμως δίστασε, δείλιασε, όπως κάθε φορά.
Οι πόρτες άνοιξαν και ακολουθώντας το παράδειγμα των συνεπιβατών του,
στριμώχτηκε μαζί τους, περιμένοντας υπομονετικά τον σταθμό
του προορισμού του.
Δεκαπέντε λεπτά αργότερα οι πόρτες άνοιξαν.
Βαριεστημένα έψαξε την έξοδο που τον εξυπηρετούσε.
Αναζήτησε τη χθεσινή ξανθιά που του χάρισε μια υπέροχη σηκωμάρα,
μα δεν τη βρήκε.
Περπάτησε γρήγορα, γιατί δεν ήθελε να καθυστερήσει.

Σήμερα, άλλωστε, είχανε την εβδομαδιαία αξιολόγηση
των υπαλλήλων του τμήματός του.
Στην είσοδο της εταιρίας, είχε μαζευτεί κόσμος πολύς.
Στον παράδρομο αριστερά ένα ασθενοφόρο
και δύο οχήματα της αστυνομίας είχαν σταματήσει προσωρινά
την κυκλοφορία.

Πλησίασε σπρώχνοντας όσους του κλείνανε το δρόμο.
Μπροστά του η Σοφία κειτόταν σε μια λίμνη αίματος.
Πλάι της ένα πιστόλι.

«Κρίμα, κρίμα για την κοπέλα, τα είχε όλα κι όμως…»
επαναλάμβανε το απρόσωπο πλήθος.

 

(Σπύρος Σμυρνής – Ανθρώπων Σκιές, 21 Διηγήματα
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πνοή –
ISBN: 978-618-5307-09-7 – Σεπτέμβριος 2017)

Προηγούμενο άρθροΟ θρυλικός Κότζακ
Επόμενο άρθροΥπεύθυνη δήλωση | Γιώργος Λίλλης
ΣΠΥΡΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ
Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια κουκίδα του χάρτη που κάποιοι είπαν Αιγάλεω. Μια πόλη που ξεκινά από το Α και τελειώνει στο Ω και κάπως έτσι ξετύλιξε το κουβάρι της ζωής μου. Στην αρχή χεβιμεταλάς, μετά από όταν γνώρισα τους Monster Magnet & τον Tom Waits μουσικόφιλος. Σπουδές στο τμήμα Επικοινωνίας και Μ.Μ.Ε και ένα μεταπτυχιακό στο ίδιο τμήμα στην κατεύθυνση των Πολιτισμικών Σπουδών. Αεκτζής, βρωμόστομος με το σύνδρομο του συλλέκτη που με διακατέχει να περιορίζει τα τετραγωνικά κάθε σπιτιού που έχω μείνει. Βιβλία, δίσκοι, cds, dvds, posters, figures παντού. Δουλειά σε δημοσιογραφικά, αθλητικά και μουσικά sites. Μια συνέντευξη με τον Lemmy μεγάλο παράσημο και μετά Didi Music. Υπεύθυνος επικοινωνίας στο γραφείο τύπου. 4 χρόνια και αμέτρητες συναυλίες και άλλες τόσες αναμνήσεις. Stage Volume 1, Gagarin, Fuzz, Piraeus 117 Academy, TerraVibe. Rockwave Festival: άλλο ένα κομμάτι μεγάλο της ζωής μου. Το 2017 στον Αnt1 Media Lab προσπαθούμε να καταλάβουμε με τους σπουδαστές Ηχοληψίας & Μουσικής Παραγωγής τι είναι άραγε η Μουσική Βιομηχανία. Τελευταίο άφησα αυτό που αγαπώ πιο πολύ: Γράψιμο. Γράφω για όσα έχω ζήσει και όσα θα ήθελα να ζήσω. Γαλέρα, Χίμαιρες, Gazzetta, Sonik, Humba κάποια στιγμή φιλοξένησαν τα λόγια μου. Από τις εκδόσεις Πνοή κυκλοφορεί το πρώτο μου βιβλίο που λέγεται «Ανθρώπων Σκιές» Είμαι ο Σπύρος Σμυρνής και χάρηκα πολύ για την γνωριμία. Ελπίζω και εσείς το ίδιο!