Κοινοποιησεις

Κατοχή στην Ελλάδα.
Μαζί και χειμώνας βαρύς, αλλά στα βουνά της Ρούμελης
φύσαγε άνεμος ελευθερίας και αντίστασης.
Κρύο κι αλαφρύ το σκοτάδι,
απόψε που είκοσι παιδιά βάδιζαν μέσα στο δάσος
χωρίς να φοβούνται.
Που είχαν πάρει την απόφασή τους,
είχαν επιλέξει το σκοπό της ζωής τους
και αυτός φώτιζε ξεκάθαρα τη βραδινή πορεία.
Ίσκιοι γνώριμοι στους πράσινους ίσκιους,
προχωρούσαν χαϊδεύοντας τα φύλλα τους.
Σαν γνώριμοι από καιρό,
σαν έτοιμα από καιρό τα αμούστακα παλληκάρια
μόνο φόβο δεν είχαν.

‘‘Ρούσο, ρωτάει κάποιος τον επικεφαλής εικοσιπεντάχρονο,
γιατί δεν είσαι στην πρώτη γραμμή;’’

‘‘Με υποβίβασαν, Μήτσο, για παρακοή’’.
Σταμάτησαν για να τα πει αυτά,
να κοιταχτούν στα μάτια οι δυο φίλοι.
Μαζεύτηκαν όλα γύρω τους τώρα,
όλα ένα τσούρμο, μια σφιγμένη γροθιά.
Τα ανταρτόπουλα δε βιάζονταν.
Πιο πολλή ήταν η κούραση που κουβαλούσαν
παρά ο δρόμος που απέμενε.
Κάθισαν πίσω από ψηλούς θάμνους για να ξεκουραστούν λίγο.
Οι μεγαλύτεροι άναψαν τσιγάρα
και η λάμψη
φώτιζε πρόσωπα σκληρών αντρών.
Κάποια μικρά σίμωσαν για μια ρουφηξιά,
λες και ο καπνός ήταν το γάλα της αντρειοσύνης.
Άλλοτε τους έδιναν, άλλοτε όχι,
ένα παιχνίδι που μόνο αυτό θύμιζε την ηλικία τους.
Όσο ο καπετάν Σκληρός σιωπούσε, όλοι περίμεναν.
Ο αγέρας κάπου – κάπου σφύριζε απειλητικά,
θυμίζοντάς τους πως δεν παίζουν με τη νύχτα στο βουνό.

‘‘Πριν ένα χρόνο ήταν; Λιγότερο; Δε θέλω να θυμάμαι’’.
Τα μικρά λούφαξαν από την αγωνία.
Τι δε θέλει να θυμάται ο καπετάνιος;
‘‘Με κάλεσαν στο τοπικό αρχηγείο,
εμένα και τέσσερα μέλη της ομάδας μου.
Το και το.
Αλλάξαμε ρούχα και όπλα και βγήκαμε από την κάτω μεριά
του στρατοπέδου μας.
Μέσα από στενά πεζούλια και χωραφάκια ανηφορίσαμε
για ένα πλούσιο αλλά εγκαταλειμμένο εξοχικό,
στη ρίζα του βουνού.
Άλλο σπίτι κοντά δεν υπήρχε.
Δε θα τολμούσαν οι Γερμανοί να ανέβουν εκεί με τα πόδια.
Μόνο να βομβαρδίσουν, αν ήξεραν.
Εκεί βρισκόταν ένας Άγγλος στρατηγός,
που θα συναντούσε κρυφά άλλους αντάρτες.
Όχι δικούς μας’’.

‘‘Και τον σκοτώσατε το μπάσταρδο;’’
ρώτησε ένα μικρό μέσα στα χαχανητά των υπόλοιπων.
Ένα μικρό χαστούκι έφερε την ησυχία και νέες απορίες.
‘‘Τότε, για ποιο λόγο σας έστειλαν εκεί;’’
Ο καπετάνιος άναψε νέο τσιγάρο,
και κανένας άλλος.

‘‘Μας είπαν ότι είναι χρέος μας να προστατέψουμε το στρατηγό.
Οι φασίστες θέλουν να τον σκοτώσουν
και να χρεώσουν σ’ εμάς το φονικό,
για να στραφεί η Αγγλία εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
Εμείς θα πηγαίναμε εκεί να βοηθήσουμε,
μέχρι να εμφανιστεί ο κύριος όγκος του στρατού μας.
Πλησιάζοντας οι  πέντε νεαροί επίλεκτοι φωνάζαμε
‘Ζήτω ο βασιλιάς, Ζήτω η πατρίδα’,
λέγαμε και το θούριο του Ρήγα.
Φτάσαμε χωρίς φασαρίες, δώσαμε τα όπλα μας
και είπαμε ότι είμαστε μέλη μιας τοπικής ομάδας αντίστασης
που διαλύθηκε.
Αν μας θέλουν, ας μας πάρουν κι εμάς στο πλευρό τους’’.

‘‘Είπες τέτοια πράγματα, καπετάνιε;’’
Ο καπετάν Σκληρός πήρε τον μικρό στην αγκαλιά του.
Ένα δειλό φεγγάρι φώτιζε για λίγο τα πρόσωπα
που ποτέ πια δε θα υπήρχαν σαν παιδιά…
Που αντί για μολύβι θα κρατούσαν τουφέκι και σφαίρες…
Και στα τρίχινα σακούλια αντί για ψωμί,
θα κουβάλαγαν χειροβομβίδες…

‘‘Η αποστολή είναι πάνω κι απ’ την καρδιά,
πάνω κι απ’ τη ζωή μας,
Αντύπα’’.
Στράφηκε στους άλλους,
αν και το θαμπό σεληνόφως δε βοηθούσε στην προσωπική επικοινωνία.
‘‘Μέσα στο τεράστιο εξοχικό βρισκόταν ο στρατηγός,
Έλληνες γαλονάδες, αντάρτες, κόσμος πολύς.
Όλα οργανωμένα στην εντέλεια,
που σημαίνει ότι οι Άγγλοι ήταν παντού.
Επειδή εμείς ήρθαμε από τον κάμπο,
δεν είδα τι κρυβόταν στο δάσος.
Σίγουρα θα προστάτευαν καλά τον επίσημο.
Ο στρατός μας όλος σ’ εκείνη την περιοχή,
δεν ξεπερνούσε τους 500 άντρες.
Δηλαδή, εκεί κοντά δε θα βρίσκονταν ούτε 100,
κι αυτοί κουρασμένοι κι ανέτοιμοι.
Μας φρόντισαν καλά, φάγαμε,
μας έδωσαν πίσω τα όπλα
χωρίς σφαίρες.
Αν γίνει κάτι, να, ο τάδε θα σας δώσει σφαίρες’.
Οι πέντε Ελασίτες γυρίζαμε ανέμελα εκεί μέσα,
χωρίς περιορισμούς, ούτε τρεις ώρες αφότου
μας ανέθεσαν την αποστολή.

Ξαφνικά, μ’ έπιασε σύγκρυο πατόκορφα.
Εμείς έπρεπε να σκοτώσουμε τον Άγγλο,
αλλά δε μας το είπαν για να μη προδώσουν τα μάτια μας
το μυστικό.
Θύμωσα αλλά δεν το έδειξα στους άλλους.
Μας ζητούσαν να δώσουμε τη ζωή  μας,
αλλά δεν μας εμπιστεύονταν να κρατήσουμε ένα μυστικό.

Κι εκείνοι οι λόγοι που μας είπαν,
οι φασίστες,
το πόσο σημαντική ήταν εκείνη τη στιγμή η οικονομική βοήθεια
και η ουδετερότητα των Άγγλων,
το στήθος μας που φούσκωνε από υπερηφάνεια
για την ιερή αποστολή…
Όλα ένα ψέμα, όλα μια πανουργία;’’

Ο Ρούσος Σκληρός δεν είχε όρεξη να συνεχίσει.
Τέτοιες ώρες, ποιον να κατηγορήσει,
τι να καταλάβουν τα παιδιά που έφυγαν από τα σπίτια
για να πολεμήσουν…
Είχε μυστικά και δεν ήθελε να τα φανερώσει,
δεν μπορούσε.
Δεν πολεμάμε μόνο για τη λευτεριά εμείς
μα και για τις ιδέες μας…

‘‘Καπετάν Σκληρέ, τι έγινε μετά;
Θα μας τα πεις τώρα, ή στο δρόμο;’’

Τώρα,
να τελειώνει αυτός ο πόνος.
Πιστέψαμε σε μια ιδέα για ν’ αλλάξουμε τον κόσμο
κι όχι να την κάνουμε σαν τα μούτρα μας…
Το αποφάσισε.
‘‘Ναι, θα σας πω…
Δεν πέρασαν δυο ώρες αφότου μπήκαμε μέσα
κι έφτασαν φουριόζοι οι μαντατοφόροι…
‘Ήρθαν οι φασίστες για την προβοκάτσια’,
είπε κάποιος δικός μου.
Γέλασα πικρά κι έδειξα από πού πλησίαζε ο κίνδυνος.
Ήταν από τη μεριά του στρατοπέδου μας…
Όλοι εκεί μέσα ετοιμάστηκαν, χωρίς πανικό ή ανησυχία.
‘Μα τι συμβαίνει;’ αναρωτήθηκα.
Μας μοίρασαν σφαίρες, τα όπλα ανά χείρας,
αλλά έμοιαζε περισσότερο με άσκηση
παρά με αντιμετώπιση απειλής.
Οχυρώθηκα δίπλα σ’ ένα παράθυρο και περίμενα.
Ένιωσα ένα βαρύ αλλά φιλικό χέρι στην πλάτη.
‘Μη τρομάζεις, είπε.
Δε θα σας πειράξουμε.
Είμαι ο στρατηγός Ναπολέων Ζέρβας.
Γνωρίζω και σέβομαι τον Άρη, τον μοναδικό
από την πλευρά σας.
Οι άλλοι βιάζονται σαν κυνηγόσκυλα’.
Κάτι πήγα να πω κι αμέσως σκέφτηκα το ολοφάνερο:
Δεν μας είχαν ρωτήσει ούτε τα ονόματά μας…
Είδε ο στρατηγός την έκπληξή μου και χαμογέλασε.
‘Σας είδα που ερχόσασταν.
Καμαρωτοί, περήφανοι, αληθινοί πατριώτες.
Δε μοιάζατε με δολοφόνους αλλά με στρατιώτες περήφανους
για την αποστολή τους.
Είχατε μια  λεβεντιά, μια ντομπροσύνη πάνω σας.
Αφήστε τα παιδιά να μπουν, διέταξα.
Είναι καθαροί άνθρωποι.
Ας δούμε γιατί ήρθαν.
Δεν πρόλαβα, όμως, να σας ρωτήσω,
γιατί οι δικοί σας ήρθαν νωρίτερα απ’ ό,τι υπολόγιζα.
Σφαίρες σας δώσαμε,
χρησιμοποιείστε τες όπως νομίζετε’.
Αυτά είπε και με άφησε μόνο.
Ε, ναι.
Είχαν πάρει τα μέτρα τους, αφού μας κατάλαβαν.
Μας είχε προδώσει η πίστη στα ιδανικά μας.
Πηγαίναμε στο στόμα του λύκου αθώοι, ανυποψίαστοι,
δολώματα κακών ψαράδων’’…

Μπερδεμένη κατάσταση…
Δυο αντίπαλες ομάδες,
αντίπαλες κοσμοθεωρίες,
που βρέθηκαν να θαυμάζουν οι μεν τους δε.
Γιατί παντού υπάρχουν άνθρωποι που εκτιμούν τη γνησιότητα
και την καθαρή πίστη.

‘‘Σε 500 περίπου μέτρα απόσταση, στην απέναντι πλευρά,
εμφανίστηκαν οι δικοί μας με τη ντουντούκα.
‘Ρούσο, τώρα ξέρεις τι να κάνεις’,
ακούστηκε άγρια κραυγή στ’ αυτιά μου.
Από εκεί,
και χωρίς ορατότητα,
δύσκολα σκότωνες άνθρωπο…
Κανένας δε φοβήθηκε τη ντουντούκα, δεν κρύφτηκαν,
δεν πυροβόλησαν.
Πυροβολισμοί, όμως,
ακούστηκαν εκεί από άλλες κατευθύνσεις,
που τους είχαν ήδη περικυκλώσει.
Μόνο το όνομά μου ακουγόταν στον αέρα
και έσβηνε.
‘Ρούσοοοοο, ξέρειιιιςςς…’’
Στήριξα το όπλο στο σπασμένο παράθυρο
και πυροβόλησα τρεις φορές προς τον ουρανό…
Ύστερα παρέδωσα το όπλο στο στρατηγό.
Οι άλλοι γύρισαν στις δουλειές τους
και ο στρατηγός μού μίλησε.
‘Να πάτε στον Άρη.
Αυτός είναι λεβέντης,
δεν κάνει τέτοια κόλπα με παιδιά…
Και να του δώσεις τους χαιρετισμούς μου!’
Έξω, μακριά, ακούγονταν πυροβολισμοί,
που όλο και αραίωναν’’…

Η μικρή παρέα ήταν έτοιμη να συνεχίσει.
‘‘Δεν με πέρασαν στρατοδικείο,
αλλά με υποβίβασαν για ανυπακοή.
Εγώ δεν είχα δείξει καμιά ανυπακοή,
αφότου είχα σφαίρες δεν ξανάδα τον Άγγλο…
Δεν είπα τίποτε,
παρά μόνο ότι ο Άγγλος ήταν απρόσιτος
και έπρεπε να σκοτώσω εκατό άτομα για να φτάσω σ’ αυτόν.
Ανέλαβα όλη την ευθύνη.
Τα συντρόφια με στήριξαν, επιβεβαίωσαν τα γεγονότα,
όπως είχαμε συμφωνήσει και είχαν γίνει.
Φεύγοντας από το πρόχειρο δικαστήριο,
ο ινστρούχτορας μου έκανε το τελευταίο μάθημα:
Δεν προδίνουμε το Κόμμα για να γλυτώσουμε τη ζωούλα μας,
έτσι;
‘Ανυπακοή είπατε μέσα, όχι προδοσία’,
ψέλλισα έντρομος.
‘Το ίδιο είναι’, απάντησε αυστηρά.
Ανεβαίνοντας στο άλογο, του φώναξα,
ενώ έφευγα:
‘Το κακό με την πανουργία είναι ότι πάντα έρχεται η ώρα
που θα την πληρώσεις’.
Μετά,
μας διασκόρπισαν όλους σε διαφορετικές μονάδες.

Επειδή είδε μια θλίψη γύρω του,
χαμογέλασε και μίλησε πάλι:
‘‘Ε, ωρέ παλληκάρια! Αντάρτες είμαστε,
άνθρωποι είμαστε, δεν είμαστε άγιοι.
Κάπου-κάπου θα γένεται και κανένα λάθος.
Ο πατέρας μου, όντας με πήγε στο Κόμμα,
μου είπε:
‘Και τούτοι άνθρωποι είναι και θα τα κάνουνε
τα λάθη τους
και θα πεθάνουνε άνθρωποι από δαύτα.
Όσο κρατάνε την Ιδέα καθαρή, θα τους σέβεσαι,
κι ας είναι να πεθάνεις κι εσύ’.
Ύστερα μου ’δωσε ένα χαστούκι στο μάγουλο και είπε:
‘Κι εσύ άνθρωπος είσαι.
Αλλά επειδή είσαι έξυπνος άνθρωπος,
δε θα επιτρέψεις σε τίποτε
και σε κανέναν να σε χωρίσει από την Ιδέα,
από το Κόμμα’.
Ε, ωρέ, τι λέτε;
Δε φεύγουμε εμείς από το Κόμμα,
στον Άρη πάμε!

Από πριν το όνειρό μου ήταν να βρω τον Άρη,
να πεθάνω γι’ αυτόν αν χρειαζόταν,
γιατί τέτοιοι ήρωες είναι μια επανάσταση από μόνοι τους.
Με τέτοιους ανθρώπους ριζώνουν οι ιδέες και γίνονται πράξη,
ζωή.
Τώρα θα γίνει και η δική μας ζωή’’.

Σηκώθηκαν όλοι.
‘‘Καλά εσύ, εμείς πού πάμε τώρα, καπετάν Σκληρέ;’’
ρώτησε δειλά ο μικρός Αντύπας.

‘‘Μαζί μου Αντύπα!
Πάμε να βρούμε τον Άρη.
Αυτός δεν κάνει τέτοια πράγματα’’,
φώναξε ο Ρούσος Σκληρός
και βάδισε μαζί τους το τελευταίο χιλιόμετρο,
πριν γίνει το δεξί χέρι του Άρη Βελουχιώτη.

 

(Φωτογραφία: Χρήστος Διαμάντης)