Κοινοποιησεις

 

Δεν είναι πως δεν ήθελα,
ήταν απολύτως σκοτεινά.
Δεν έβλεπα να ξεχωρίσω,
τα λευκά απ’ τα χρωματιστά.

Άναψα σπίρτο,
κι όσο μπόρεσα τα ξεδιάλεξα.
Τα έσπρωξα με το γόνατο,
για να μπουν στο πλυντήριο.
Δεν χωρούσαν.

Είχα να ταΐσω και τα σκυλιά.
Περίμεναν πίσω από τη λευκή μάντρα.
Δεν ήταν πως δεν ήθελα,
αλλά δεν έβλεπα.
Άναψα σπίρτο,
πήγα κοντά στη μάντρα.
Σκαρφάλωσα.
Έσκισα το γόνατο μου.
Δεν είναι πως ήθελα,
δεν έβλεπα.

Επιστρέφοντας πίσω
έμοιαζαν όλα καλά,
μα δεν έβλεπα
και τα σπίρτα τελείωναν.

Έβγαλα τα κέρματα,
τα πέταγα στο πέτρινο μονοπάτι,
το ένα πάνω στ’ άλλο
άκουγα και προχωρούσα.

Έφτασα χωρίς σπίρτα,
χωρίς κέρματα
Δεν έβλεπα.
Κι η ανάγκη που κλήθηκα
να καλύψω φως,
ήταν γιατί βρισκόμουν
στη μέση του πουθενά
και δεν είχα που αλλού να πάω.

Ίσως οι περισσότεροι είχαν συμβιβαστεί.
Εγώ όμως όχι.

Φως που θα εισχωρούσε
σε όλες τις αποχρώσεις,
ώστε η ύλη να βυθίζεται στη γη.
Στα αποτυπώματα μου,
σαν σκύλου σε πετρωμένη άσφαλτο.