Κοινοποιησεις

(Νέα Υόρκη, 17 Ιανουαρίου 1899 – Παλμ Άϊλαντ, Φλόριντα, 25 Ιανουαρίου 1947)

Ήταν ο θρυλικός Ιταλο-αμερικάνος, ο οποίος δέσποζε στον κόσμο του οργανωμένου εγκλήματος από το 1925 έως το 1931, την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης.

Ήταν το τέταρτο από τα συνολικά εννέα παιδιά του Γκαμπριέλε Καπόνε και της Τερεζίνα Ραΐολα, Ιταλών μεταναστών από την Νάπολη.
Σε ηλικία μόλις 14 ετών εγκατέλειψε το σχολείο ενώ ήταν ήδη μέλος δύο συμμοριών, στους «Μαχαιροβγάλτες» του Μπρούκλιν και στους «Σαράντα κλέφτες Τζούνιορς».
Άρχισε να δουλεύει σε διάφορα μαγαζιά και σύντομα έγινε μέλος της συμμορίας του Μανχάταν «Five Points».
Τότε ήταν που έπιασε δουλειά στο πανδοχείο Χάρβαρντ του Φράνκι Γαίηλ.
Εκεί απέκτησε και τις ουλές στο αριστερό του μάγουλο, που τού χάρισαν το προσωνύμιο «Scarface» (= Σημαδεμένος).
Αιτία ήταν ένα τολμηρό σχόλιο για την αδερφή ενός θαμώνα, ο οποίος δε δίστασε να του χαράξει το μάγουλο.

Στη Νέα Υόρκη ο Καπόνε, απέκτησε φήμη σκληρού.

Το 1931 και ύστερα από πολύχρονες έρευνες του επιθεωρητή Ουίλσον, ο Καπόνε καταδικάστηκε για φοροδιαφυγή.
Η κατηγορία στηρίχθηκε στη μαρτυρία του δικηγόρου του, Λώρενς Μάτινγκλυ.
Το 1932 μεταφέρθηκε στις φυλακές της Ατλάντα και στη συνέχεια σ’ αυτές του Αλκατράζ.

Λίγο μετά το 1935 άρχισε να νοσηλεύεται σε νοσοκομείο.
Το τελευταίο χρόνο της ποινής του, βρισκόταν στο Τέρμιναλ Άιλαντ της Καλιφόρνια.
Αποφυλακίστηκε στις 16 Νοεμβρίου του 1939 αφού πλήρωσε 37.617,51 δολάρια
κι αποσύρθηκε στο κτήμα του στη Φλόριντα.

Απεβίωσε από ανακοπή καρδιάς στις 25 Ιανουαρίου του 1947 στο σπίτι του στη Φλόριντα.

Η Ποτοαπαγόρευση

Η παράνομη αυτή περίοδος.
Κράτησε από το 1920 έως το 1933 στις ΗΠΑ, όταν κηρύχθηκε παράνομη με συνταγματική πρόνοια η παρασκευή, διακίνηση, εισαγωγή, εξαγωγή και πώληση αλκοολούχων ποτών.
Το κίνημα της ποτοαπαγόρευσης είχε ξεκινήσει στις αρχές του 19ου αιώνα και ήδη ως το 1850,πολλές πολιτείες, πρωτίστως οι νότιες, είχαν ψηφίσει νόμους που περιόριζαν ή απαγόρευαν τη διάθεση αλκοολούχων ποτών.

Η πρωτοβουλία ανήκε σε θρησκευτικές προτεσταντικές οργανώσεις, κυρίως του Μεθοδιστικού δόγματος.
Γρήγορα, σχηματίσθηκαν δύο πανίσχυρες ομάδες πίεσης, η «Ένωση κατά των Σαλούν» (Anti-Saloon League) και η «Ένωση Γυναικών για τη Χριστιανική Εγκράτεια» (Women’s Christian Temperance Union).

Οι δυο αυτές οργανώσεις, σχημάτισαν το Κόμμα της Απαγόρευσης (Prohibition Party),
που πήρε μέρος στις προεδρικές εκλογές του 1872, αλλά συγκέντρωσε μόλις 5.608 ψήφους.

Το 1879 ο Τζον Σεντ Τζον εκλέχθηκε κυβερνήτης του Κάνσας.
Και τέσσερα χρόνια αργότερα, το Κάνσας έκανε η πρώτη πολιτεία στην Αμερική, που κήρυξε παράνομο το αλκοόλ.

Το 1884 ο Σεντ Τζον έθεσε υποψηφιότητα για Πρόεδρος της Αμερικής
και με τη σημαία του Κόμματος της Απαγόρευσης, έλαβε 150.369 ψήφους.
Ο σπόρος της Ποτοαπαγόρευσης είχε ριφθεί.
Επιφανείς εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κόσμου (Φορντ, Ροκφέλερ)
δήλωναν ότι οι εργαζόμενοι θα ήταν πιο παραγωγικοί εάν απείχαν από το αλκοόλ.
Μάλιστα, ο Τζον Ροκφέλερ, δώρισε 350.000 δολάρια στην «Ένωση κατά των Σαλούν» (Anti-Saloon League).

Η κοινή γνώμη άρχισε ν’ αλλάζει διάθεση και ως το 1919 το 75% των πολιτειών είχε ευθυγραμμισθεί με τη 18η τροποποίηση του Συντάγματος, που απαγόρευσε την πώληση ή διακίνηση αλκοολούχων ποτών (16 Ιανουαρίου1919).

Ένας χρόνο αργότερα, στις 16 Ιανουαρίου του 1920, τέθηκε σε ισχύ με το νόμο Βόλστιντ (Volstead Act).
Ήταν η ληξιαρχική πράξη για την έναρξη της Ποτοαπαγόρευσης.

Δεν πέρασε μεγάλο διάστημα και η μαύρη αγορά άρχισε ν’ανθίζει, το έγκλημα να κινείται ανοδικά και οι οργανωμένες συμμορίες να ευημερούν και να κερδίζουν πολιτική επιρροή.
Η αστυνόμευση ήταν δύσκολη υπόθεση, με αποτέλεσμα να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια τα παράνομα αποστακτήρια και μπαρ.
Τα σημεία πώλησης έφθασαν τα 30.000, σχεδόν διπλάσια σε σχέση με την προ ποτοαπαγόρευσης εποχή.
Η διαφθορά στους κόλπους της αστυνομίας κάλπαζε, καθώς οι πειρασμοί για τους γλίσχρα αμειβόμενους αστυνομικούς ήταν μεγάλοι.

Ο Αλ Καπόνε, κόμπαζε ότι είχε στο μισθολόγιό του τη μισή αστυνομία του Σικάγου.
Πολλοί γιατροί θησαύριζαν συνταγογραφώντας ουίσκι για θεραπευτικούς λόγους, που ήταν νόμιμο και διατίθετο από τα φαρμακεία.

Οι παράνομοι διακινητές έγιναν λαϊκοί ήρωες, καθώς πρόσφεραν δουλειά σε περίοδο μεγάλης ανεργίας, όπως ήταν η εποχή της Μεγάλης Ύφεσης («Κραχ»).
Μεγάλες ήταν οι δημοσιονομικές απώλειες, καθώς η φορολόγηση του αλκοόλ έφερνε «ζεστό» χρήμα στα κρατικά ταμεία.
Υπολογίστηκε ότι το κράτος έχανε κάθε χρόνο 500 εκατομμύρια δολάρια από τη φορολογία του αλκοόλ.

Στα θετικά της Ποτοαπαγόρευσης, ήταν η δραστική μείωση των θανάτων από ασθένειες σχετιζόμενες με το αλκοόλ, όπως και η πτώση της συναφούς εγκληματικότητας.
Όμως, επτά χρόνια μετά την επιβολή της ποτοαπαγόρευσης οι θάνατοι άρχισαν να αυξάνονται, ενώ τα ποτά-μπόμπες συνέβαλαν στη σημαντική άνοδο των τυφλώσεων και των παραλύσεων.

Η αύξηση της εγκληματικότητας και της διαφθοράς άλλαξε τη διάθεση της κοινής γνώμης.
Στις προεδρικές εκλογές του 1932 ο δημοκρατικός υποψήφιος Φραγκλίνος Ρούσβελτ, λάτρης του μαρτίνι, συμπεριέλαβε στο πρόγραμμά του την άρση της ποτοαπαγόρευσης.
Ένα χρόνο αργότερα, στις 5 Δεκεμβρίου του 1933, η ποτοαπαγόρευση ήρθη στο μεγαλύτερο μέρος των ΗΠΑ, μετά την υιοθέτηση από το Κογκρέσο της 21ης Τροποποίησης του Συντάγματος. Το Μισισιπί, ήταν η τελευταία πολιτεία που νομιμοποίησε και πάλι το αλκοόλ το 1966.


Al Capone relaxing in his vacation home in Miami (1930).


Al Capone with boater, sunglasses and cigar

Prohibition, anti-prohibition, ban on alcohol, 1919, u.s. government, 1933