Κοινοποιησεις
 
Εδώ όταν ήρθα το ποίημα κατέβαινε ολοένα στην κόλαση
Από ‘να απόγευμα κοίταζα τη ζωή
Με αέρα και νύχτα
Δρόμους κι εμένα
Εδώ είπα όλα τα τριαντάφυλλα καπνίζουν
Μ’ ένα γενετήσιο μαύρο καπνό
Όταν μπαίνω σπίτι κρεμώ τον εαυτό μου στην κρεμάστρα
Κάθε απόγευμα βγάζω λίγο απ’ τον εαυτό μου
Και στον εαυτό μου το ακουμπώ
Μέρες τώρα δίχως να γράψω
Πήρα ‘ένα ξυράφι να κομματιάζω το δέρμα μου
Να λιγοστεύει λίγο λίγο το χρέος μου Καλύτερα να κοιμόμουν
Μα ξύπνησα μαζεύοντας άρρωστο φως
Μαραμένους αγγέλους
Ποιήματα άσκημα σαν την ψυχή μου
Από τις χαραμάδες του κορμιού μου άκουγα τον καιρό
Έστελνες κάτι λέξεις παλιές και ξερές
Ξερές και παλιές Τίποτα δε φυτρώνει
Μια μέρα γίνεται από μπετόν
Ξεκινά ήσυχα απ’ τις μαύρες σάρκες της νύχτας
Μια μέρα όπως για τον Μπετόβεν
Που κοίταζα να σε δω και με κοίταζες και δε φαινόμασταν
Ώσπου η μουσική να σκεπάσει κάθε θόρυβο
Με λέξεις και θρόμβους και κάτι μερικές φορές πολύ τρομερό
Που η γυναίκα με τα φίδια και τα μαύρα μαλλιά της
Τυλίγει και ξετυλίγει σαν το μαύρο κρεβάτι της
Τυλίγει και ξετυλίγει το δέρμα της
Σηκώνεται και με βρίσκει απελπιστικά θανάσιμον
Πέφτουν οι τοίχοι οι κήποι
Οι άρρωστες μέρες απ’ το κεφάλι μου
Μέσα σε βράδια που ήρθα κι έφυγα
Και πέρασα πια πίσω απ την ιστορία της ζωής μου
Με τον κόκκινο άγγελο και τον κόκκινο διάβολο
Το ερωτικό της οξύ χυμένο επάνω μου
Και τον άγριο άνεμο που φύσηξε απ’ το πρόσωπό μου
Τα τελευταία χαρτιά
Για πάντα
.
(
Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems |(1977) | Μέρος Β’)