Κοινοποιησεις
 
Τη νύχτα έβρεξε, και τώρα σύννεφα περνάνε από τον ουρανό,
αραιά και που ψιχαλίζει.
Στέκομαι κάτω από την ανθισμένη μηλιά και αναπνέω.
Όχι μόνο η μηλιά, αλλά και το χορτάρι τριγύρω έσταζαν
μετά τη βροχή – και δεν έχει όνομα εκείνη η γλυκιά μυρωδιά,
με την οποία είναι ποτισμένη η ατμόσφαιρα. Την εισπνέω
με όλη τη δύναμη των πνευμόνων μου, νιώθω το άρωμα
με όλο μου το στήθος, αναπνέω, αναπνέω, πότε με ανοιχτά
μάτια, πότε με κλειστά – δεν ξέρω τι είναι καλύτερο από τα δύο.
Να, παρακαλώ, εκείνη η βούληση – εκείνη η μοναδική, αλλά
η πλέον ακριβή βούληση, την οποία μας στερεί η φυλακή: να
αναπνέουμε έτσι, όπως αναπνέω εδώ. Κανένα φαγητό πάνω
στη γη, κανένα κρασί, κανένα φιλί γυναίκες δεν είναι για μένα
πιο γλυκό από αυτόν τον αέρα, αυτόν τον αέρα, τον ποτισμένο
με την ανθοφορία, την υγρασία, τη δροσιά.
Έστω κι αυτός ο μικροσκοπικός κήπος, στριμωγμένος από τα
κλουβιά για ζώα των πενταόροφων πολυκατοικιών. Θα σταματήσω
να ακούω τους πυροβολισμούς των μοτοσικλετών, του μουρμουρητό
το ραδιοφώνων, το θόρυβο των μεγαφώνων. Προς το παρόν μπορώ
ακόμη να αναπνέω μετά τη βροχή κάτω από τη μηλιά –
μπορώ ακόμη να ζήσω κι άλλο!
 
(Πηγή: samizdatproject | Μετάφραση από τα ρωσικά: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)