Κοινοποιησεις

Δες! Ο κόκκινος ήλιος στις ροδακινιές θα τρυπήσει την ομίχλη,
το πείσμα, την έμμονη στην ουτοπία…
Ας παίξουμε ένα παιχνίδι: «Τι βλέπω;» Περιέγραψε την πόλη.
Μοιάζει με νεκρό τοπίο. Ξέρεις πώς είναι ένα νεκρό τοπίο.
Μέρος παράξενο ακόμα και στο όνομα (ακούγεται μυστήριο σαν τρίξιμο δοντιών).
Δεν καταλαβαίνεις τις εποχές και το παλιό, είναι που αλλάζει
χίλια πρόσωπα… Εχθρικά είτε φιλόξενα στήνουν το σκηνικό,
ώστε ξαφνικά ανυποψίαστος να εμφανιστείς για να διχάσεις
εχθρούς και φίλους!..
Εδώ η τέχνη του να παίζεις ταυτίζεται με την τέχνη
του να επιλέγεις –αλλά δίχως χαμένες μάχες.
Κάτι σαν κορώνα ή γράμματα (δεν έχει σημασία,
για να φύγω κάνω σχέδια). Μια μέρα, θα πετάξω το
λάπτοπ απ΄ το παράθυρο (μαζί με το κινητό) θα πάρω
το σάκο μου, δυο αλλαξιές θα ρίξω μέσα και μια
πετσέτα… Χρειάζομαι τα πόδια μου, γιατί το εισιτήριο στο στόμα
είναι απλώς ένα χαρτί με τ’ όνομα δυο πόλεων.
Αδελφέ μου, δεν θέλω να μαντρωθώ, Μόνο να πίνω τσιγάρα
και τεκίλα, να μιλώ για τον Καβάφη, να εκβιάζω τις
συνθήκες να στραβώσουν.
Μα είναι ανάγκη, με νιώθεις, αν μπορείς πόνταρε στην τύχη μου.
Κάπως –έστω κι ενοχικός- θα δικαιωθείς!..

.
(Απόσπασμα από το ΜΟΝΑΧΟΠΑΙΔΙ | εκδόσεις Vakxikon | 2016)