Κοινοποιησεις

 

Δίπλα στην πόλη φύτρωσε μια φτωχοσυνοικία
Σε τόπο άγονο, ερημικό.
Ζούσαν εκεί οι ποιητές, και ο καθένας χαιρετούσε
Τον γείτονα του, με χαμόγελο ειρωνικό.

Άσκοπα ανατέλλει ο ήλιος κόκκινος
Πάν’ απ’ αυτή τη θλιβερή τοποθεσία:
Εκεί οι ποιητές σκοτώνουν την ημέρα
Με δηλητήριο-κρασί και εργασία.

Μεθύοντας έδιναν όρκο για αιώνια φιλία,
Και φλυαρούσαν κυνικά και μάλωναν χυδαία,
Και στα χαράματα ‘καναν εμετό. Απομονωμένα, ύστερα
Δημιουργούσαν έντονα και λυσσαλέα.

Μετά σέρνονταν έξω απ’ τα σκυλίσια τους σπιτάκια,
Και θαύμαζαν τη φεγγαρόλουστη βραδιά.
Απ’ τη χρυσόξανθη κοτσίδα που περνούσε δίπλα
Γοητεύονταν σαν μικρά παιδιά.

Ονειρεύονταν χουζουρεύοντας για το χρυσό αιώνα,
Έβριζαν τους εκδότες άξεστους και σφιχτούς.
Το συννεφάκι που ‘σβησε θρηνούσαν,
Και έκλαιγαν απ’ τη χαρά βλέποντας τους αετούς.

Έτσι ζούσαν οι ποιητές. Αναγνώστη και φίλε!
Μήπως θαρρείς πως ζούσανε χειρότερα,
Απ’ τα δικά σου σούρτα-φέρτα τα καθημερινά
Κι απ’ το δικό σου τέλμα μικροαστικό κατώτερα;

Όχι καλέ μου αναγνώστη και κριτικέ τυφλέ!
Έχει ο ποιητής τουλάχιστον τα άδυτα:
Το συννεφάκι, την κοτσίδα, το χρυσό αιώνα,
Όμως για σένα είν’ ανέφικτα αυτά.

Είσαι μακάριος με τη γυναίκα σου και το “εγώ” σου,
Με το κουτσουρεμένο νέο σύνταγμα και παλιοκαθεστώς,
Αλλά οι ποιητές έχουν την οικουμενική διψομανία,
Και δεν περιορίζουν την ελευθερία τους τα άρθρα των θεσμών.

Ας τερματίσω τη ζωή μου κάτω απ’ τον φράχτη σαν σκυλί,
Κι ας με γονάτισε η μοίρα μου στη γη,
Πιστεύω πως ο Κύριος με σκέπασε με χιόνι,
Πιστεύω πως ο χιονοστρόβιλος μου έδωσε φιλί.
.

(Μετάφραση: Γιώργος Σοϊλεμεζίδης)