Κοινοποιησεις

Για πες μου ρε συ, σε τι ωφελούν αυτά που γράφεις, όταν αδιάφορα σου γνέφουν;
Πάνω σε τυφλά κείμενα τροχοπέδης, με τι μελάνι ζωγραφίζεις αγάπες κι έρωτες που δε ζεις πια;

Ζεις;

Τι σου προσφέρει η ανάκληση φαντασμάτων, πέρα από παράπονο;

H φαντασία που δεν μετουσιώνεται σε οραματισμό;

Τι σου λένε οι καθρέφτες για το βλέμμα που χαραμίζεις;

Οι λέξεις είναι γέφυρες ρε συ!

Γέφυρες που χτίζεις για να περνά χέρι-χέρι το μαζί, πάνω από τα πολύβουα παζάρια του κόσμου, γιατί στερεύουν ρε συ, ποτάμια κι άνθρωποι.

Πώς φαντάζεσαι φιλιά κι αγγίγματα με χέρια στις τσέπες;

Τι σου αρέσει απ’ το σιδέρωμα στα πουκάμισα που αρνείσαι να τσαλακώσεις;

Μήπως η παγερή εικόνα του λευκού;

Ήμουν εδώ..

Λέω ήμουν, γιατί με στεγνώνεις μέρα με την ημέρα και το παλεύω ακόμα.

Κι ίσως να μην έχει νόημα ο ενεστώτας, γιατί δε σου τον είχα τον αόριστο.

Γι αυτό η επιτακτική χροιά.

Η επίφαση του χρονικού προσδιορισμού.

Η προστακτική, όπως τη βάπτισες για να φουσκώσει, τόσο, ώστε να χωρά, μια ακόμη εξαφάνιση από σένα τον ίδιο.

Σε ήθελα εδώ.

Αντικριστά ρε συ!

Κι είπες πως είχες κάτι να κάνεις.

Τι θέλεις από μένα ρε συ;

Έστησα ολάκερη γιορτή, στο ελάχιστο.

Με κατάνυξη και προσμονή.

Σε προσκάλεσα.

Με στόλισα αρώματα και μουσικές.

Με κεριά και χρώματα να σε ξεναγήσω στα μύχια.

Έπλεξα καινούριες σιωπές για το σώμα και το σπίτι που με φιλοξενούν. Κατανυκτικά.

Για να σε ηχήσουν.

Ναι, για σένα.

Για να πιστέψεις πως: ώ! του θαύματος υπάρχω..

Άγραφος πίνακας να γράφεις όσα διατείνεσαι πως καρτερείς, στον ασάλευτο ερωτικό σου χρόνο.

Τίποτα δεν είδες ρε συ.

Κι είμαι χείμαρρος.

Η επίκληση που αρνήθηκες κι όμως έσπευσες πρώιμα να διατυμπανίσεις.

Οι 2-3 σελίδες που έγραψα, έσταζαν από σένα κι έμειναν αδιάβαστες.

Το τζάκι που δεν άναψα -κι ας συναινούσε το κρύο- με ρώτησε:

Αφού κρυώνει γιατί σ’ αρνείται στο πίκ της γιορτής;

Ξέρεις, στεναχωριέμαι όταν διαβάζω πως κρυώνεις.

Όταν μπαίνεις κάθε μέρα στον πόνο που σε πνίγει, σαν την κοφτερή μύτη του μαχαιριού όταν χαράζεις τα μπράτσα σου .

Όταν συμβάλλεις στα γιατροσόφια κι η δική σου ψυχή κλαίει πιο γοερά κι από τους βορινούς ανέμους.

Πιο ερημικά κι απ’ την έρημο.

Κι ας έχει η αυλή σου “μύριες αναπνοές” να σε χειροκροτούν και μπράβο.

Τα καταφέρνεις θαυμάσια!

Αλλά εσύ, ΕΣΥ, σε ποια όαση χτίζεις τα χάδια σου ρε συ;

Ποιος σου έκλεψε το σπαθί που κόβει λύπες;

Τι φοβάσαι και προβάλλεις;

Tι λείπει; Λύπη…

Ήμουν εδώ.

Κόπιασα για το δρόμο της επιστροφής ρε συ..

Στο είχα πει, είμαι δυνατή αλλά εύθραυστη.

Τις απώλειες τις έχω φάει με τη χούφτα.

Να παίξεις δίκαια.

Δε βρίσκομαι απέναντι, για να μου ξυπνάς πόνο.

Τι νόημα έχει να είμαστε χαζογραφιάδες σε μάταιη περιδίνηση;

Σκοπός, ήταν να μη παλιώσει ο σκοπός.

Είμαι το ταξίδι που δεν είδες ρε συ.. .

Δεν το θέλησες με ψυχή;

Δε μπόρεσες;

Αποκλείεται..

Mε κούρασαν τα ερωτηματικά.

Τώρα θέλω να ερωτευθώ, δίχως.

Εκεί που οι άνεμοι συντάσσονται με τις φωτιές.

Στην αναζήτηση της μη αναζήτησης..

Στη γη που το νερό αναβλύζει.

Δίχως να λιμνάζει.

Σου είχα πει κάποτε, πως είσαι επικίνδυνος και σε φοβόμουν.

Δε φοβόμουν εσένα τελικά.

Μα.. το πολύ σου.

Ίσως κι εμένα, που δεν αντέχω πια  στο πολύ..

«Είπες πως θέλεις μια ευθεία γραμμή που να μη σε κάνει να πλήττεις..»

(Χαμογελώ γλυκόπικρα και σιωπώ..)

Θέλω στ΄ αλήθεια να κοιμάσαι και να ξυπνάς, εκεί όπου η υπέρβαση θα σε ντύνει..

Στ’ αλήθεια ρε συ..

Προηγούμενο άρθροΗ πιο όμορφη ιστορία του κόσμου | Σπύρος Σμυρνής
Επόμενο άρθροΚΛΕΙΣΤΗ ΣΤΡΟΦΗ – U-TURN | Του ΝΙΚΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥ
ΚΑΡΥ ΓΚΛΕΖΑΚΟΥ
Είμαι δημοσιογράφος από πάντα. Και θα παραμείνω μέχρι τελευταίας πνοής. Εντάξει έκανα σύνταξη κι εκφώνηση δελτίων ειδήσεων σε ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, έκανα την αρχισυντάκτρια και τη ρεπόρτερ, έκανα τη διευθύντρια και μ' επιτυχία αλλά τι τα θες μάνα μου, ούτε λεφτά έβγαλα ούτε γκόμενο πρόλαβα να καπαρώσω.. Το να γράφω ήταν ψυχανάλυση, τρόπος διαφυγής από τον κόσμο του "αλλού ντ' αλλού" . Απεχθάνομαι τα πρέπει και τους κανόνες, αγανακτώ με τους ατσαλάκωτους ανθρώπους, τους φλύαρους, με μακιγιαρισμένες συμπεριφορές και ζωές. Έχω ψύχωση με τα σκυλιά κι ενίοτε είμαι κυκλοθυμική. Αλήθεια είναι, ότι πραγματικά δυνατός είναι αυτός που παραδέχεται τις αδυναμίες του. Το σημαντικότερο προσόν είναι να διαφέρεις από την μάζα, χωρίς όμως να την περιφρονείς.. Το' χεις;