Κοινοποιησεις

Δεν πίστευα ποτέ ότι θα μου έλειπε ένα ιατρείο. Εκεί που άλλες κάθονταν ιδρώνοντας για το αποτέλεσμα της βιοψίας, εγώ καθόμουν με την υγρασία να κυλά ανάμεσα στα σκέλια μου. Ειδικά όταν μου έβαζες δάχτυλα. Όχι ένα, όχι τρία. Δύο, πάντα δύο. Δύο ενωμένα σαν ένα. Σαν κι εμάς. Φώναζα, όταν έμπαιναν μέσα μου. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Κάποιες φορές μου έφραζες το στόμα, με το άλλο σου χέρι, το ελεύθερο. Αυτό που δεν έσκαβε μέσα μου, που δεν έψαχνε την ύλη μου, αυτό που προσπαθούσε να σταματήσει το χαμό που το άλλο δημιουργούσε. Αλλά σου άρεσαν οι «φωνούλες» μου. Έτσι τις έλεγες. «Κάποια φορά θα ηχογραφήσω τις φωνούλες σου», είχες πει και η υγρασία του μουνιού μου βρισκόταν πλέον στα μάτια σου, τα θριαμβευτικά σου μάτια.

«Όχι, δεν αντέχω άλλο, μη». Μέχρι εκεί με είχες φτάσει. Να παρακαλάω να σταματήσει η καύλα, να μην ραγίζει το μυαλό μου από την ένταση, να μην θρυμματίζομαι σε χίλιες σταγόνες -αίμα παντού ή χύσια;- να μη γίνομαι οργασμός, να μη γίνομαι γέννα.

Χέσ’ τα όλα αυτά. Δεν συμβαίνουν πια. Δεν χώνεσαι μέσα στον κώλο μου, δεν τρυπάς την ψυχή μου με κάθε σου ώθηση, δεν εμβολίζεις με τον πούτσο σου την ύπαρξη μου. Αλλά τώρα ματώνω. Μακριά από τα δωμάτια ενός ιατρείου. Εκεί που οι άλλοι σκέφτονταν τον θάνατο κι εμείς γινόμασταν ζωή.