Κοινοποιησεις
 
Πάνω απ’ το κεφάλι μου, το σπίρτο καίγεται,
όμως το μεγάλο κομμάτι πάγου στο πίσω κάθισμα
εξακολουθεί να λιώνει από μια φανταστική θερμότητα,
καθώς ο γέρο Hudson ακροπατώντας ανηφορίζει στην πλαγιά.
Η υφασμάτινη μπλούζα μου, τόσο υγρή που είναι διάφανη,
σαν ένα τρομαγμένο χέρι, αρπάζει το στήθος μου.
Η τσάντα με το ορυκτό αλάτι ξαπλωμένη φαρδιά πλατιά πλάι μου ξυπνά, διψασμένη
και απλώνει μια τρεμάμενη γλώσσα προς τον πάγο.
 
Πατάω δυνατά το γκάζι.
Θα επιστρέψω στο σπίτι, στη βρόμικη αυλή, στον βόθρο,
σ’ εσένα εκεί έξω, που σκάβεις ένα πηγάδι
που θα μπορούσες να το γεμίσεις με τον ιδρώτα σου
αν και για κανένα λόγο δεν θα το ‘θελα.
Ποτέ δεν με προσέχεις πριν το τέλος της μέρας,
όταν το χέρι σου είναι πάνω στο γόνατό μου
και το παγωτό, μαγειρεμένο σε ζωμό,
είναι αρκετά ζεστό για να κάψει τα ακροδάχτυλά μου.
_
 
(Ai Ogawa | Τα αιρετικά παραμύθια | Μετάφραση: από τους 
ποιητές Βαγγέλη Αλεξόπουλο και Διώνη Δη)