Κοινοποιησεις

Την Κυριακή δεν την είπαν “άγια” επειδή εκλλησιαζόμαστε
από το πρωί στους οίκους του θεού και μυρίζει παντού λιβάνι.
Σίγουρα ένας πρώτος λόγος είναι το ξύπνημα σε
μη συγκεκριμένο χρόνο, αλλά νομίζω πως δεν την
έστεψαν με το φωτοστέφανο αγίου γι’ αυτό.
Τα πρωινά της Κυριακής είναι οι μέρες που βόσκουμε ελεύθεροι
στο λιβάδι του κόσμου χωρίς κανένα άγχος,
καμία ανωτέρω διαταγή και την ευθύνη αποστολής του
σωστού email στην διεύθυνση που μας έδωσε η διεύθυνση.
Τα πρωινά της Κυριακής γυρίζουμε τις γειτονιές με
εκείνη την όρεξη που διαδίδονται τα νέα στο χωριό άμα
γεννήσει ή παντρευτεί η Αννούλα του μπακάλη.
Τα πρωινά της Κυριακής μυρίζει μόνο μπριζόλα με
πατάτες στον φούρνο ακόμα και αν δεν έχει φτάσει μεσημέρι.
Ψημένο χοιρινό και μυρωδάτα σύννεφα από τσίκνα κρατάει
το παπαδοπαίδι στο θυμιατό κι ας μην το καταλαβαίνει.
Τα πρωινά της Κυριακής σπεύδουμε στα παζάρια της
πόλης και σαν επαγγελματίες πραματευτές παζαρεύουμε την
τιμή από αυτά που μας κέντρισαν το μάτι.
Τα πρωινά της Κυριακής αντί για το “πιστεύω”
ψέλνουμε τον ακάθιστο ύμνο του Θωμά Γκόρπα:
“θέλω να πάμε σ’ ένα πανηγύρι και ν’ αγοράσουμε
τα πάντα με τα μάτια”.
Τα πρωινά της Κυριακής απαρνιόμαστε τη σοβαροφάνεια και
το καθημερινό αναπόδραστο τη στέγης, ξεκοκαλίζουμε τους καταυλισμούς
με τη χαρά μικρού παιδιού που έκανε σκανταλιά και τώρα
κρύβεται πίσω από τις κουρτίνες και φεύγουμε σαν τους Αχαιούς
μετά από κάποια μεγάλη νίκη: αγκαλιασμένοι με τα καινούργια λάφυρα
που θα πάμε στο σπίτι κι ένα ζωγραφισμένο χαμόγελο
επιτυχίας στα χείλη.

Προηγούμενο άρθροΠόππη Δέλτα | Εικόνες
Επόμενο άρθροMax Ritvo | ΓΕΛΑΩ ΑΚΟΜΑ
ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΚΑΤΣΑΔΟΥΡΗ
σαρκοφάγα ενεργητικοπαθητική προδιάθεση για αρπαχτές με λέξεις. χωρίς αγκαλιά. ανιάτως πάσχουσα από χρόνιο σεξισμό για την πάρτι τους. εντοσθιώνω ψαχουλευτικά ανθρωπάρια, παπάρια, στιγμές, στυγνές, ψαχουδουλεύοντας χωρίς τακτ οισοφάγους και στομάχια. μεγάλωσα σε χωριό. πιστεύω στο μάτην