Κοινοποιησεις
 
Συστολικά ξεστόμιζε την κάθε
λέξη
χωρίς ψυχή άπλωνε το χέρι
στο ψωμί
ήσυχα ορμούσε στις ηδονές
με κάθε κουμπί του κουμπωμένο
στην θέση του
το ζωνάρι καλά σφιγμένο
το χαμόγελο ταπεινό
και ένα πρόσωπο ροδαλό
και αθώο
– τόσο αθώο –
όλοι έχουν να πουν έναν λόγο καλό
για το σουλούπι του
και πώς ταΐζει με ό,τι
περισσέψει στο πιάτο του
τα αδέσποτα επιμελώς
– ακόμη και τις αργίες –
βαδίζει με ακρίβεια κρατώντας
τις γραμμές ανέπαφες
και σίγουρα
θα ξεψυχήσει ήρεμα στον ύπνο του
να μην ταλαιπωρήσει τα παιδιά του
αποφεύγει τις προστριβές
τηρεί τις νηστείες
γελάει από ευγένεια με τα κοινά αστεία
λέει εκείνα που διαβάσαμε στα νέα
τα καταφέρνει εν ολίγοις
να θυμίζει στα πάντα του
σωστό άνθρωπο.
Κι έπειτα στο πόδι η γειτονιά
φωνές και κλάματα
κι όλοι δηλώνουν
«Ήταν πολύ εντάξει το παιδί.
Γελούσε πάντα με τα κοινά αστεία
και σε καμιά περιστασιακή ηδονή
βουτούσε ήσυχα
Σας λέω, είχε το κάθε κουμπί του
κουμπωμένο.
Τι συνέβη;
Ω, μα είναι πασιφανές!
Κουράστηκε ο άνθρωπος
να ξοδεύει στο μίσος
την τόση ανθρωπιά του,
πήρε μαχαίρι
πήρε περίστροφο
πήρε λοστό
και σκότωσε
το γέλιο με τα κοινά αστεία
τσάκισε τα πόδια που πατούν
χωρίς να διαταράσσουν τις γραμμές
κι έκοψε το χέρι που τάιζε
με τα αποφάγια τα αδέσποτα.
Το δίχως άλλο, πήρε απόφαση να μην πεθάνει
ήσυχα μα ενοχλητικά
όταν θα φτάσει σε κάποιο μακρινό τόπο
ή στην διαδρομή
– δεν γνωρίζω τις λεπτομέρειες,
ήταν εντάξει σας λέω το παιδί
ήταν άτυχο
συνέβη απλώς μέσα του να φωλιάζει
ένας άνθρωπος κομμάτι
περισσότερος από ότι οι δικοί μας
που ενοχλήθηκε από την τόση σπατάλη.
Και που επιρρίπτω, ρωτάτε το έγκλημα;
Μα είναι ξεκάθαρο πως πρόκειται
για μια περίπτωση
αυτοδικίας.
Ναι
αυτό είναι.
Μια ευτυχής,
– ενοχλητική ομολογώ, μα πάντως
ευτυχής –
περίπτωση στυγνής
αυτοδικίας.»
Ο δράστης διέφυγε
ενώ όλοι κοιτούσαν.
Έδειχνε όμορφος
μα κάπως ονειροπόλος.
Προηγούμενο άρθροSenza titolo
Επόμενο άρθροΗ ΒΙΟ.ΜΕ. ΔΕΝ ΠΩΛΕΙΤΑΙ
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ
Ο Μιχάλης Κατράκης γεννήθηκε το 1980. Σε ηλικία έξι (6) ετών εντυπωσίασε γονείς και δασκάλους αναδομώντας πλήρως την νεοελληνική ορθογραφία και δημιουργώντας πληθώρα νέων λέξεων από ήδη υπάρχουσες όπως η λέξη «σπήτι» και το ρήμα «πέζο» . Η διεθνής λογοτεχνική κοινότητα τον χαρακτήρισε ως τον «μεγαλύτερο εν ζωή λογοπλάστη» Δεν αρκέστηκε όμως σ’ αυτό. Σε ηλικία 8 ετών κατάφερε να συντάξει έκθεση με θέμα «πως πέρασα το καλοκαίρι» και να περιγράψει σαράντα πέντε (45) μέρες παραθερισμού σε εννιά (9) μόνο σειρές, εκ των οποίων η τελευταία ήταν η εξής: «Τρίτη ήταν που το θάψαμε». Το κείμενο έδωσε νέα ώθηση στο ρεύμα του αφαιρετικού υπερρεαλισμού και συνεχιζει να εμπνέει ακόμα και σήμερα χιλιάδες συγγραφείς παγκοσμίως. Παρά τη φήμη του, μεγάλωσε σχεδόν νορμάλ, πέρασε από τα σύνορα της νεότητας σχεδόν ολοκληρωτικά, βιοπορίστηκε σε διάφορους τομείς σχεδον με επιτυχία και ερωτεύτηκε παράφορα (χωρίς σχεδόν). Ζει από επιλογή στον κόσμο τον δικό του αλλά δέχεται συχνά επισκέπτες. Που και που γράφει για ότι βρει ενδιαφέρον. Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Ό-Ντέι: Το φετίχ της καρδιάς» κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις ΟΞΥ. Το δεύτερο κυκλοφορεί στις 17/12/2018