Κοινοποιησεις

Ο Αλμπέρ Καμί γεννήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 1913 στην Αλγερία από πατέρα Γάλλο χωρικό, μητέρα Ισπανίδα και μεγάλωσε μέσα στην ένδεια.
Από τα 47 χρόνια της ζωής του τα 27 τα έζησε στην Αλγερία και τα 20 στη Γαλλία.
Γεννήθηκε  7 Νοεμβρίου 1913 και συστηνόταν ως «γιος ενός οιναποθηκάριου και μιας παραδουλεύτρας, ανιψιός βαρελοποιού».
Ο πατέρας του, Λουσιάν, τραυματίστηκε στη μάχη της Μαρν κατά τη διάρκεια του ‘Α Παγκοσμίου Πολέμου και λίγο αργότερα πέθανε.
Με τη μητέρα του είχε μία πολύ ιδιαίτερη σχέση.
Χαρακτηριστικό είναι ότι της αφιέρωνε τα βιβλία του με την επισήμανση «σ΄ αυτήν που δεν θα μπορέσει να το διαβάσει ποτέ», γιατί ήταν αγράμματη.
Τον πατέρα του τον γνώρισε μέσα από μια φωτογραφία και από μια σημαντική οικογενειακή ιστορία: την περιγραφή της έντονης αποστροφής που έδειξε ο πατέρας του μπροστά στο θέαμα μιας εκτέλεσης.

Ο Αλμπέρ κάνει τις σπουδές του έχοντας την υποστήριξη των καθηγητών του, μεταξύ των οποίων βρίσκουμε και τον Ζαν Γκρενιέ, που θα παρουσιάσει στον μαθητή του το έργο του Νίτσε).
Ξεκινά να γράφει πολύ νέος και τα πρώτα του κείμενα φιλοξενούνται στο περιοδικό Sud το 1932.
Μετά το απολυτήριο λυκείου (bac) παίρνει πτυχίο ανωτάτων σπουδών στη φιλολογία (lettres), της Φιλοσοφικής Σχολής, αλλά η φυματίωση (στα 1930 είχε την πρώτη του κρίση) τον εμποδίζει να περάσει τον διαγωνισμό πιστοποίησης που θα του επέτρεπε να ασχοληθεί με την εκπαίδευση (agrégation).
Για λόγους υγείας αποχωρεί από την οικογενειακή εστία.
Μένει για λίγο σε έναν θείο του χασάπη στο επάγγελμα και δημοκράτη, υπέρμαχου των ιδεών του Βολτέρου, κι έπειτα αποφασίζει να ζήσει μόνος.
Για να τα βγάλει πέρα παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα και κάνει διάφορες δουλειές.

Αποσπάσματα από τον “Ξένο”(1942)

  • Από τη στιγμή που όλοι θα πεθάνουμε, είναι προφανές πως το πού και το πότε δεν έχει σημασία
  • Έζησα τη ζωή μου με έναν τρόπο και θα μπορούσα απλώς να τη ζήσω με έναν άλλο τρόπο. Έπραξα αυτό και δεν έπραξα εκείνο. Δεν έκανα ένα πράγμα και έκανα ένα άλλο. Και λοιπόν; Ήταν σαν να περίμενα όλο αυτόν τον καιρό αυτήν τη στιγμή για να δικαιολογηθώ στο πρώτο φως αυτού του χαράματος. Τίποτα, τίποτα δεν είχε νόημα, και εγώ ήξερα το γιατί. Όπως κι εκείνος.
  • Μου έχει μείνει λίγος χρόνος και δεν ήθελα να τον σπαταλήσω στο Θεό.
  • Θαρρείς και τούτη η τρομερή οργή με είχε εξαγνίσει από το κακό, με είχε αδειάσει από ελπίδα, μπροστά σε τούτη τη νύχτα τη φορτωμένη με σημάδια κι αστερισμούς άνοιγα την αγκαλιά μου για πρώτη φορά στην τρυφερή αδιαφορία του κόσμου (του σύμπαντος). Έτσι καθώς τον ένιωθα τόσο όμοιό μου, τόσο αδελφικό επιτέλους, αισθάνθηκα ότι ήμουν και είμαι ακόμα ευτυχισμένος.

Ιδρυτής του Theatre du Travail (1935), χρωστά σχεδόν εξίσου τη φήμη του στα μυθιστορήματά του «Ο Ξένος» και «Η Πανούκλα», στα θεατρικά του έργα «Καλλιγούλας» και «Οι δίκαιοι» αλλά και στα φιλοσοφικά του δοκίμια «Ο Μύθος του Σίσυφου» και «Ο επαναστατημένος άνθρωπος».
Έγραψε για την αναζήτηση του νοήματος στη ζωή και για την ανάγκη της εξέγερσης και τιμήθηκε με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1957.

Στο περιθώριο των κυρίαρχων φιλοσοφικών ρευμάτων ο Καμύ επέμεινε στον στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση.
Αρνούμενος να εκφράσει ομολογία πίστεως στον Θεό, στην ιστορία ή στη λογική, ήρθε σε αντίθεση με τον Χριστιανισμό, τον Μαρξισμό και τον Υπαρξισμό.
Δεν σταμάτησε ποτέ την πάλη ενάντια στα ιδεολογήματα και τις αφαιρέσεις που αποστρέφονται την ανθρώπινη φύση.

Ο Καμύ βρίσκει τον θάνατο στις 4 Ιανουαρίου 1960, πριν προλάβει να συμπληρώσει τα 47 του, σε αυτοκινητικό ατύχημα στο (Πτι) Βιλμπλεβέν της Υόν (Yonne), όταν ο οδηγός και συγγενής του στενού του φίλου Γκαλιμάρ παρεκκλίνει της πορείας του και ρίχνει το αυτοκίνητο μάρκας Facel-Vega σε ένα δέντρο.
Οι εφημερίδες της εποχής κάνουν λόγο για υπερβολική ταχύτητα (130 χλμ/ω), αδιαθεσία του οδηγού ή σκάσιμο του ελαστικού, αλλά ο συγγραφέας Ρενέ Ετιάμπλ διαβεβαιώνει ότι μετά από επίμονες μελέτες είχε στα χέρια του αποδείξεις ότι η Facel-Vega ήταν ένα κινητό φέρετρο – ωστόσο καμία εφημερίδα δεν δέχτηκε να τις δημοσιεύσει.

Ο Καμύ τάφηκε στο Λουρμαρέν (Lourmarin) της Βωκλύζ (Vaucluse), όπου είχε αγοράσει μια κατοικία.

H τελευταία του συνέντευξη: