Κοινοποιησεις

αυτός ο αιώνας
δεν έχει λέξεις
κι όταν ξεκινάω με μικρό
σκοντάφτω πάνω τους
να κάνει ηχώ το τίποτα
μου τις πήραν όλες
δεν έχω δεν έχω δεν έχω
γι αυτό κοίτα κάτω
από τη τρύπα στο σαγόνι μου
και να πιστέψεις
μόνο ότι σου γράψω με τα μάτια
όπως δεν είμαι τίποτε άλλο σήμερα
παρά μια πλαστική σακούλα
που τη παίρνει ο αέρας με τα αμάξια
νομίζοντας πως επιτέλους θα πετάξει
αλλά ξέρει πάντα την ίδια επιστροφή
κι ακουμπάει πίσω
την άσφαλτο με χάδι
κι εσύ μη βάλεις κάτι πάνω σου
μαγιάτεψε το αίμα
φυσάει πόλεμο κι επικαιρότητα
κι οι υποκριτές φωνάζουν
διαδηλώνουν
σκίζουν τα σώβρακά τους
αλλά κι αυτοί θα νικηθούν
απ’ το καλοκαίρι
θα ξεχάσουν τί συμβαίνει μέχρι το φθινόπωρο που εδώ σε εμένα
σημαδεύει αλάνθαστα στο στήθος
που μένει άχτυπο μ’ ανακούφιση
όταν δεν βρίσκει κάποιον ν’ αγκαλιάσει
γυρνώντας σπίτι
όπου στο τραπέζι δεν βάζω ονόματα
ούτε η σάρκα βλαστημάει κανένα
ενώ δεν υπάρχει φύλλο να ακουμπήσω
απ’ το ταβάνι βγαίνουν ρίζες
πάνε για το πάτωμα
ξύλο στο ξύλο να ξηγηθούν
ποιο απ’ τα δυο ήτανε πρώτα δέντρο
και το ερωτηματικό που έψαχνες
έχει πιάσει απ’ το λαιμό μια θάλασσα
στο τέλος της λεωφόρου
γιατί οι ποιητές
δεν έμαθαν τίποτα απ’ τον Κανένα
και στο τέλος λένε όλοι το όνομα τους.
Εδώ το ταξίδι δεν έχει ακτή
ούτε μετρήσαμε τα χρόνια με τον ήλιο
μόνο μη μου πειράξουνε τους φίλους
τα γατόσκυλα
το πρώτο φιλί
και για τα παιδιά
έχω αφήσει
ένα σύννεφο κάτω από τη γλάστρα
με μια σφεντόνα όνειρο
το μέλλον μη τους πυροβολήσει
μη παίξουν με κράτους και πεζοδρόμια
γιατί κοίτα τον πλανήτη
με τι πληρώνει
που ο άνθρωπος σηκώθηκε στα δυό του πόδια
κι εγώ το πρωί με δύο τρόμους :
όταν βγαίνουν πιο νωρίς τα σκουπιδιάρικα
και τον καθρέφτη
μ’ ότι μ’ αφήσατε για όνομα :
μια λακκούβα νερό στο δρόμο
που πιάνει το πρόσωπό της.